Συμφωνία της Βάρκιζας ή ανατροπή;

by Δημήτρης Παυλόπουλος

2 Φεβρουαρίου του 1945. Ημέρα μνήμης και λύπης για όλη την αριστερά και τους λαϊκούς αγώνες. Εκείνη την ημέρα ύστερα από 10ήμερη διαβούλευση υπογράφεται η συμβιβαστική συμφωνία της Βάρκιζας, μεταξύ του ΕΑΜ, της κυβέρνησης Πλαστήρα και των Βρετανών. Η συμφωνία αυτή όριζε τον μονομερή αφοπλισμό του ΕΛΑΣ και των λοιπών αντάρτικων ομάδων του ΕΑΜ, με την παράλληλη δημιουργία εθνικού στρατού. Το περίφημο άρθρο 3 της Συμφωνίας όριζε την γενική αμνήστευση των αδικημάτων που τελέστηκαν από τις 3 Δεκέμβρη του ’44 και έπειτα και είχαν αμιγώς πολιτικό χαρακτήρα.

Αμέσως μετά την υπογραφή της συμφωνίας της Βάρκιζας, στο υπουργείο Εξωτερικών. Πρώτη σειρά από αριστερά: Στ. Σαράφης, Γ. Σιάντος, Ηλ. Τσιριμώκος, Ι. Σοφιανόπουλος, Ν. Ασκούτης και Μ. Παρτσαλίδης.

Αμέσως μετά την υπογραφή της συμφωνίας της Βάρκιζας, στο υπουργείο Εξωτερικών. Πρώτη σειρά από αριστερά: Στ. Σαράφης, Γ. Σιάντος, Ηλ. Τσιριμώκος, Ι. Σοφιανόπουλος, Ν. Ασκούτης και Μ. Παρτσαλίδης.

Όμως δεν είναι τόσο η ίδια η Συμφωνία που από μόνη της θέτει τα θεμέλια μιας αστικής δημοκρατίας κατά τα τότε δυτικά πρότυπα, όσο οι συνθήκες μέσα στις οποίες υπογράφεται. Είναι γνωστό ότι οι αρχές του 1945 βρίσκουν την Ελλάδα ελεύθερη και αδούλωτη από τις δυνάμεις του Άξονα και το ΕΑΜ να ελέγχει τις 29 από τις 31 πόλεις της Ελλάδας, με μεγαλύτερη δε επιρροή στην ύπαιθρο. Υπήρχε μάλιστα μια πλήρης εικόνα των ΕΑΜικών δυνάμεων, οι οποίες, σύμφωνα με τον Θ. Μακρίδη (επιτελάρχη του ΕΛΑΣ), επαρκούσαν για διετή αμείωτο πόλεμο, εναντίον των Άγγλων.

Ωστόσο παρά το θετικό κλίμα αποδοχής της νίκης του ΕΑΜ, που δεν ήταν άλλη από την νίκη της πλειονότητας του ελληνικού λαού που συμμετείχε στις τάξεις του, η ηγεσία του ΚΚΕ, σπεύδει να αμαυρώσει τις συνθήκες αυτές και να παραδώσει και κυριολεκτικά και μεταφορικά, εδάφη και όπλα, στους αντιπάλους της. Η μοναδική, με άλλα λόγια, ευκαιρία της Ελλάδας και του λαού της να απεξαρτηθεί από τα ξένα και ντόπια, δοσίλογα και αντιλαϊκά δεσμά της, ήταν τότε και χάθηκε με ευθύνη μιας ανεύθυνης και μονολιθικής κομματικής ηγεσίας που πίστευε ότι καμία σημασία δεν έχει το λαϊκό κίνημα και οι διεκδικήσεις του και όλα αυτά τα συνθηκολόγησε με μία αναξιοπρεπή προς την ιστορία και τους αγωνιστές της, συνθήκη.

Μετά την συνθήκη γνωρίζουμε πολύ καλά τι ακολούθησε. Οι Άγγλοι, με την υπογραφή της κορυφής και όχι της βάσης του ΚΚΕ, κατάφεραν να διαλύσουν κάθε πυρήνα αντίστασης και διεκδίκησης. Η κυβέρνηση Πλαστήρα και η επόμενη, του Παπάγου, έφεραν σε πέρας το δύσκολο έργο της εφαρμογής της τάξης. Ήταν η περίοδος της λευκής τρομοκρατίας, των εξοριών, των συλλήψεων, των δολοφονιών, των εκτοπίσεων (μιας και δεν ίσχυε καθολικά η γενική αμνηστία) και όλα αυτά δεν γινόντουσαν, πλέον, από τις κατοχικές δυνάμεις αλλά από τους συνεργάτες αυτών, από εκείνους που απουσίαζαν από κάθε κρίσιμη ιστορική στιγμή και στέφθηκαν κατόπιν ελευθερωτές.

Η απάντηση του ΚΚΕ, δεν μπόρεσε να αντιστρέψει την κατάσταση, ο Δημοκρατικός Στρατός, δεν καταφέρνει, παρά τις όποιες νίκες του, να αντιστρέψει το κλίμα του αντικομμουνισμού και του εμφυλίου μίσους, το οποίο ενίσχυαν και οι Βρετανοί. Ακόμη και σήμερα, θα μπορούσε να πει κανείς ότι το κλίμα αυτό, έστω και αν έχει τονίσει, συνεχίζει να αναπνέει και να βρωμίζει τις σκέψεις μας, είτε μέσα από πολιτικούς σχηματισμούς που χαιρετάνε ναζιστικά, είτε μέσα και από στελέχη κυβερνήσεων, όπως ο Μπαλτάκος που δήλωνε φύσει και θέσει αντικομουνιστής και άλλοι.

Πέραν λοιπόν, του ιστορικού ερωτήματος που προκύπτει για το πώς θα συνέβαιναν τα πράγματα, αν δεν είχε υπογραφεί αυτή η Συμφωνία, αν δηλαδή ο αγώνας στα βουνά συνεχιζόταν, αν οι εκκλήσεις του Βελουχιώτη και άλλων για μη παράδοση των όπλων ακούγονταν και υπερνικούσαν την ευτελή συνθηκολόγηση, προκύπτει και η σύγκριση της στάσης της κομματικής ηγεσίας του τότε, με την στάση της ηγεσίας του ΚΚΕ, σήμερα.

Αν, πιο απλά, αυτή η προσκόλληση στην ιδεολογική καθαρότητα και τιμιότητα, δεν οδηγεί σε αντίστοιχους συμβιβασμούς το κίνημα και τους αγώνες των λαών για ανατροπή της βαρβαρότητας του καπιταλισμού. Ίσως αυτή η δυσκολία και η αποστασιοποίηση από την σύγχρονη κοινωνική πραγματικότητα, να ανακόπτει οποιαδήποτε συλλογική και συντονισμένη αντίδραση, ακόμη και αυτές των τελευταίων ημερών, που ούτε σαφή ταξικό προσανατολισμό έχουν, ούτε βέβαια φέρουν αιτήματα για ανατροπή και σύγκρουση. Το μόνο που ζητούν είναι πιο δίκαιη διαπραγμάτευση με την ΕΕ και τους μηχανισμούς της που τέσσερα χρόνια τώρα μας έχει πετάξει στη δίνη των μνημονίων.

Ανεξάρτητα, λοιπόν, με το αν η διεκδίκηση αυτή, στερείται ιδεολογικού και ταξικού πρόσημου ή ακόμη και ρεαλισμού, η αριστερά των αγώνων και των εξεγέρσεων, της ανατροπής και της ρήξης, οφείλει να εκμεταλλεύεται κάθε κίνηση και ευκαιρία για συσπείρωση και ενδυνάμωση του λαϊκού κινήματος. Η αριστερά έχει ιστορική ευθύνη, όχι απλώς να ασκεί μια άγονη αντιπολίτευση στην όποια αστική κυβέρνηση, αλλά να ερμηνεύει την δεδομένη πολιτική και οικονομική κατάσταση, με τρόπο κατανοητό, βρισκόμενη παράλληλα μπροστά από τις εξελίξεις και όχι έρμαιο ή χειρότερα μακριά από αυτές. Η αριστερά, εν ολίγοις, οφείλει να μην επαναλάβει τα λάθη του παρελθόντος που μας ταλαιπωρούν και την ταλαιπωρούν ακόμη και σήμερα.

Advertisements