Σκελετος.

Έργα και ημέρες

by Δημήτρης Παυλόπουλος

 

mk10

Το απόλυτο τίποτα, η απόλυτη ισοπέδωση των πάντων, η πλήρης επιτυχία της ανικανότητας, φράσεις που θα μπορούσαν να περιγράψουν την παρούσα κυβέρνηση. Σχεδόν οκτώ μήνες και για το μόνο που επαίρονται είναι για την κατάργηση του ασύλου, την επίσπευση του ξεπουλήματος του δημοσίου πλούτου και την επαναφορά της χωροφυλακής στους δρόμους της Αθήνας. Κατά τα άλλα, οι Τούρκοι συνεχίζουν όχι μόνο να κάνουν παράνομες γεωτρήσεις και να καταστρατηγούν τις ΑΟΖ Ελλάδας και Κύπρου με τις ευλογίες ΕΕ και Αμερικής ( οι πάλαι ποτέ σύμμαχοι μας) αλλά συνεχίζουν να τροφοδοτούν τις ελληνικές ακτές με χιλιάδες πρόσφυγες και μετανάστες, πολλοί εκ των οποίων στέκονται άτυχοι να πατήσουν το πόδι τους σε ελληνικό έδαφος και ξεψυχούν μεσοπέλαγα. Παράλληλα, στέλνουν όπλα και στρατό στην δυτική Λιβύη και υπογράφουν συμφωνίες που θίγουν κάθε κυριαρχικό μας δικαίωμα στον περιβάλλοντα θαλάσσιο μας χώρο. Φυσικά, όλα αυτά σκιάζουν τους ιθύνοντες οι οποίοι τρέχουν γονατιστοί στην Ουάσιγκτον και παρακαλούν για λίγα ψίχουλα ελεημοσύνης. Μάταια όμως γιατί ούτε καν επίσημη προτροπή υπέρ μας στο ζήτημα της Τουρκίας δεν υπήρξε από μεριάς των συμμάχων μας στους οποίους (όπως περήφανα δήλωσε ο πρωθυπουργός μας) δίνουμε πάνω από το 2% του ΑΕΠ μας για να μπορεί το ΝΑΤΟ να κάνει πολέμους και να προφυλάσσει τα αμερικανικά συμφέροντα εις βάρος όλων  των άλλων συμπεριλαμβανομένων και ημών. Αντ’ αυτού δώσαμε και  δύο εκατομμύρια στην χρεοκοπημένη θεολογική σχολή της Βοστόνης. Στο εσωτερικό η κατάσταση παραμένει ίδια και χειρότερη, τα νοσοκομεία δεν έχουν προσωπικό και υλικό, τα σχολεία βιβλία και δασκάλους, η ανεργία δεν μειώνεται, η ανασφάλεια παραμένει, η δυσβάσταχτη φορολογία παραμένει, η αναξιοκρατία καλά κρατεί, αφού όλο το διαλυμένο δημόσιο σύστημα στελεχώνεται από κομματικά σκυλιά που κατασπαράζουν ότι έχει απομείνει από το ματωμένο σαρκίο αυτού του τόπου. Και αφού η επίσκεψη στην Αμερική ήταν όπως αποδείχθηκε ένα γιγαντιαίο φιάσκο, ρίχνουμε στον ηλίθιο και πεινασμένο λαό όχι άρτο αλλά θέαμα, όχι με άρματα και σχοινοβάτες όπως στην ένδοξη εποχή της χούντας, αλλά με ΜΑΤ που πάνε να καταλάβουν την πόλη που αλώθηκε ξανά. Και κάπως έτσι λύνονται τα προβλήματά μας και αν δεν λυθούν έτσι, δίνουμε τέλος στην αγωνία για το ποιος θα ηγηθεί του αποδεκατισμένου και διακοσμητικού πλέον θεσμού του προέδρου της δημοκρατίας. Και όλοι πανηγυρίζουμε για το μεγαλείο ψυχής του πρωθυπουργού μας, γιατί όπως και ο ίδιος είπε η Ελλάδα είναι γυναίκα και έτσι επέλεξε την πρόεδρο του ΣτΕ για την θέση αυτή. Φυσικά αν το ίδιο πρόσωπο ήταν επιλογή της προηγούμενης κυβέρνησης, θα ξανακούγαμε σχόλια περί αμπεχόνων και άλλων τέτοιων βαθύτατα πολιτικών κρίσεων. Και όλα αυτά μέσα σε οκτώ μήνες. Σκεφτείτε τι έχουμε να δούμε ακόμα…

Μα είναι κάτι πιο βαθύ…

by Δημήτρης Παυλόπουλος

Πως η ιστορία γίνεται σιωπή, αφού σβήσει η πιρόγα που οδηγεί το s/s Cyrenia πάνω στο φτερό του καρχαρία. Ο πιλότος Νάγκελ μαζί με τον Άμλετ της βροχής διαβάζουν τα προσπέκτους όση ώρα ο Ντικ προσπαθεί να στερεώσει στο ζερβι του δόντι μια μικρή πινακίδα που ο Γαρμπής την σπρώχνει κοντά στο φουσκωμένο ποτάμι της Φουεντε Οβεχουνα. Εκεί που κάθονται οι γερόντοι της Μακρονήσου ψάχνωντας να μάθουν γιατί το να πεθαίνεις για την Ελλάδα είναι άλλο. Και τώρα που τα φώτα της σκηνής έσβησαν ο Θάνος κατέβηκε από το πιάνο πατώντας την τελευταία νότα. Κρατήστε την νότα αυτή και προσπαθήστε να δημιουργήσετε το δικό σας τραγούδι. Και κλείστε μέσα του όλα τα λόγια, αυτά που θέλετε να πείτε και ο,τι πιο όμορφο από όλα. Χαιρετούμε με υπερηφάνεια και σεβασμό έναν από τους πιο σπουδαίους σύγχρονους Έλληνες. Έναν συνθέτη που κυνήγησε μέχρι τέλους τα όνειρα του και μας μυησε και μας να κυνηγάμε το αδύνατο μέχρι να καταστεί απόλυτα δυνατό.  Καλό ταξίδι…

Μία λογοκρισία και ένα δοκίμιο για την Λαίδη Μάκβεθ του Σοστακόβιτς

by Δημήτρης Μπούκας

Η ενασχόλησή μου με τον αντιαντορνικό, όσον αφορά τουλάχιστον την μουσική, Αμερικανό μουσικολόγο Richard Taruskin ήρθε σε μια βολική περίοδο διότι στις 12 Μαΐου 2019 ανεβαίνει στην Εθνική Λυρική Σκηνή η όπερα Λαίδη Μάκβεθ του Μτσενσκ του Ντμίτρι Σοστακόβιτς για την οποία ο Taruskin έχει ερευνήσει, γράψει και μιλήσει πολύ. Η όπερα έγινε διάσημη αφού φαίνεται να διέταξε ο ίδιος ο Στάλιν να κατεβεί όταν την είδε το 1936. Και μάλιστα κατέβηκε με επεισοδιακό τρόπο, με ένα ανυπόγραφο κύριο άρθρο στο επίσημο όργανο του Σοβιετικού Κομμουνιστικού Κόμματος την εφημερίδα Πράβντα, στις 28 Ιανουαρίου 1936 το οποίο φημολογείτο μάλιστα ότι έγραψε ο ίδιος ο Στάλιν.

pravda

Το κύριο άρθρο στην Πράβντα της 28ης Ιανουαρίου 1936 που κατέβασε την Λαίδη Μάκβεθ του Σοστακόβιτς.

Το ερώτημα που κλήθηκε να απαντήσει ο Taruskin, από τον οποίο ο αναγνώστης όλων των δοκιμίων του δύσκολα θα εκμαιεύσει καλό λόγο για οποιονδήποτε συνθέτη και ο οποίος αρέσκεται να τον χαρακτηρίζει ακαδημαϊκή αυστηρότητα και αμεροληψία και πιστεύει ότι η μουσική δεν είναι ποτέ αποκομμένη από την πολιτική και την κοινωνία, είναι τι ενόχλησε τον Στάλιν. Στο δοκίμιο «Η όπερα και ο δικτάτωρ» που πρωτοέγραψε για το πρόγραμμα μιας παραγωγής—από τις σπάνιες μέχρι τότε—της Λαίδης Μάκβεθ στην όπερα του Σαν Φρανσίσκο το 1988 κατόπιν πρόσκλησης του καλλιτεχνικού διευθυντή και ύστερα ξαναδημοσίευσε στο περιοδικό The New Republic, o Taruskin ισχυρίζεται ότι αυτό που ενοχλήθηκε ήταν η μικροαστική σεμνοτυφία του Στάλιν απέναντι στις ερωτικές σκηνές της όπερας και ο αντιμοντερνισμός του, καθώς, όπως έγραψε η Πράβντα, στην όπερα του Σοστακόβιτς «η μουσική στρέφεται επίτηδες μέσα έξω, ώστε τίποτα να μην θυμίζει κλασική όπερα, ή να έχει οποιοδήποτε κοινό με την συμφωνική μουσική, ή με την απλή και λαϊκή μουσική γλώσσα, την προσιτή σε όλους». Αυτές οι ενοχλήσεις στάθηκαν ως αφορμή για την επίδειξη δύναμης του κόμματος επί των καλλιτεχνών της Σοβιετικής Ένωσης: η φήμη του Σοστακόβιτς έδειχνε ότι κανείς, ούτε οι άριστοι, δεν ήταν ασφαλής.

Όμως ο Taruskin δεν αθωώνει τον Σοστακόβιτς. Αντιθέτως, ο Σοστακόβιτς πήρε ένα μυθιστόρημα τρόμου και, μέσω πολλών τεχνασμάτων και κυρίως της μουσικής, αθώωσε την διαβολική πρωταγωνίστρια, η οποία σπέρνει τον θάνατο σε ένα μεγάλο αγρόκτημα της τσαρικής Ρωσίας. Την ίδια εποχή όμως ο Στάλιν είχε κηρύξει πόλεμο στους κουλάκους, τους ευκατάστατους κτηματίες που αρνούνταν να ενταχθούν στην υποχρεωτική κολεκτιβοποίηση του γεωργικού τομέα. Οι εκτελέσεις κουλάκων ήταν συνήθεις εκείνη την εποχή. Ο Στάλιν λοιπόν, εξ αιτίας της μικροαστικής σεμνοτυφίας του, στάθηκε στα ασήμαντα όπως το σεξ και ο μοντερνισμός (έναντι του σοσιαλιστικού ρεαλισμού) και δεν εκτίμησε το γεγονός ότι στην πραγματικότητα ο Σοστακόβιτς προπαγάνδιζε με τον πιο όμορφο τρόπο τις δολοφονίες κατά των κουλάκων. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Γιατί ακούμε κλασική μουσική;

by Δημήτρης Μπούκας

Λέγεται ότι ανά τους αιώνες έχουμε πολλούς και διαφορετικούς λόγους να ακούμε κλασική μουσική. Ο Bach, λέγεται, έγραψε την εκκλησιαστική μουσική του για να δοξάσει τον Θεό και την κοσμική μουσική του για να εκπαιδεύσει τα παιδιά του και να διασκεδάσει τις αυλές. Καλή μουσική για την εκκλησία, την αυλή και την όπερα ήταν μέχρι τον Ρομαντισμό ο σκοπός των κλασικών συνθετών. Από τότε και μετά άρχισε να δίνεται σημασία στους αφηρημένους σκοπούς της κλασικής μουσικής· ο άνθρωπος, το συναίσθημα, τα πολιτικά και φιλοσοφικά ιδανικά, ο μυστικισμός, η πρωτοπορία και το σοκ. Η κλασική μουσική άρχισε να γίνεται πιο εσωστρεφής και, αργότερα, η σύνθεσή της κατέληξε να είναι αυτοσκοπός.

Αυτήν την εσωστρέφεια της μουσικής του, γιατί δηλαδή νιώθει την ανάγκη να την γράψει αν και αναγνωρίζει ότι θα αρέσει σε λιγότερους ανθρώπους, αναλύει εν συντομία ο Robert Schumann σε ένα γράμμα στην μέλλουσα γυναίκα του Clara το 1838:

«Με επηρεάζει, γράφει, οτιδήποτε συμβαίνει στον κόσμο· η πολιτική, η λογοτεχνία, οι άνθρωποι. Γι’ αυτά στοχάζομαι με τον τρόπο μου, ο οποίος ψάχνει να βρει μια διέξοδο μέσω της μουσικής. Γι’ αυτό ορισμένες συνθέσεις μου είναι τόσο δύσκολο να γίνουν αντιληπτές. […] Και γι’ αυτό με ικανοποιούν τόσο λίγες σύγχρονες συνθέσεις άλλων, […] διότι καταφεύγουν σε μουσικούς συναισθηματισμούς του κατώτερου είδους, σε τετριμμένους λυρικούς εντυπωσιασμούς. […] Εκείνες μπορεί να είναι ένα λουλούδι, αυτές εδώ είναι ένα πολύ πνευματώδες ποίημα· εκείνες μία ορμή της άγριας φύσης, αυτές ένα έργο της ποιητικής συνείδησης.»¹

Η εσωστρέφεια αυτή γεννήθηκε από τον Ρομαντισμό του πρώιμου 19ου αιώνα και μέσω του Εξπρεσιονισμού του ύστερου 19ου αιώνα ρίζωσε στον Μοντερνισμό σχεδόν όλου του 20ού αιώνα, αφήνοντας για λίγο απ’ έξω τον Φουτουρισμό των αρχών του 20ού αιώνα. Για τους κλασικούς αυτούς συνθέτες η σύνθεση είναι αυτοσκοπός χάριν της ατομικής εξέλιξης, της αποστασιοποίησης του καλλιτέχνη, της πρωτοπορίας, της εγκεφαλικότητας, και της παραφυσικότητας (της θεοσοφίας για τους πρώιμους μοντερνιστές, των ανατολικών θρησκειών για τους ύστερους). Η εσωστρέφεια έφτασε σίγουρα στο αποκορύφωμά της με την μουσική των μοντερνιστών ακολούθων του Arnold Schoenberg, των σειραϊστών αλλά και άλλων μοντερνιστικών ρευμάτων όπως των πειραματικών και των φασματιστών. Για τους συνθέτες αυτούς ακούμε κλασική μουσική επειδή απλά γράφτηκε. Ο επικριτής αυτών των ρευμάτων Αμερικανός μουσικολόγος Richard Taruskin ονομάζει το φαινόμενο αυτό ως το δημιουργικό σφάλμα (poietic fallacy), το οποίο ορίζει ως «την πεποίθηση ότι αυτό που μετράει περισσότερο (ή ακόμα εντονότερα το μόνο που μετράει) σε ένα έργο τέχνης είναι η δημιουργία του».² Είναι λοιπόν αυτός ο λόγος αρκετός ώστε να μας κάνει να ακούσουμε κλασική μουσική; Όπως αποδεικνύει συνεχώς στα δοκίμιά του ο Taruskin, οι συνθέτες αυτών των ρευμάτων, μέσω των γραπτών και των συνεντέυξεών τους, εξέφραζαν απέχθεια για το κοινό το οποίο κατηγορούσαν για «τυραννία επί των συνθετών» και ήταν ελιτιστές αν και ταυτοχρόνως οδύρονταν για την χαμηλή προσέλευση στις συναυλίες τους. Μέχρι ποιο σημείο επομένως μπορούμε να ακούσουμε μουσική που επιδεικτικά δεν γράφτηκε για εμάς; Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Το Κατά Ματθαίον πάθος του Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ

by Δημήτρης Μπούκας

Το Κατά Ματθαίον πάθος του Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ παίχτηκε πρώτη φορά στον ναό του Αγίου Θωμά της Λειψίας την Μεγάλη Παρασκευή του 1727. Λίγα είναι βέβαια για την διαδικασία της σύνθεσης του Πάθους, πάντως ο Μπαχ έκανε τροποποιήσεις μέχρι το 1746. Το Κατά Ματθαίον πάθος είναι το δεύτερο και μεγαλύτερο πάθος του Μπαχ που σώζεται, μαζί με το Κατά Ιωάννην πάθος του 1724.

Τα πάθη του Μπαχ είναι θρησκευτικά ορατόρια τα οποία εξιστορούν τις τελευταίες στιγμές της ζωής του Ιησού, από τον Μυστικό Δείπνο μέχρι τον ενταφιασμό. Στο Κατά Ματθαίον πάθος, ο ευαγγελιστής, δηλαδή ο αφηγητής ο οποίος παραδοσιακά είναι τενόρος, εξιστορεί με ρετσιτατίβα, δηλαδή με γρήγορη μουσική απαγγελία, τα δύο προτελευταία κεφάλαια, κστ΄ και κζ΄, του Κατά Ματθαίον Ευαγγελίου κατά την μετάφραση του Μαρτίνου Λούθηρου στα γερμανικά. Τα λόγια του Ιησού, των μαθητών, των αρχιερέων, του Πιλάτου και άλλων προσώπων τραγουδούν τραγουδιστές. Τις φωνές των πληθών και των όχλων τραγουδούν δύο χορωδίες. Πέραν του κειμένου του Ευαγγελίου, το Πάθος περιέχει ρετσιτατίβα και άριες, που τραγουδούν οι σολίστες, και χορωδιακά· τα κείμενα αυτών των μερών έχει γράψει ο ποιητής Christian Friedrich Henrici, γνωστός με το ψευδώνυμο Picander. Τέλος, περιέχει και χορικά τα οποία είναι ύμνοι με μελωδίες συντεθειμένες από παλαιότερους συνθέτες και τα οποία ήταν γνωστά στο εκκλησίασμα που τα τραγουδούσε μαζί με την χορωδία. Το αποτέλεσμα της δομής του έργου με τους έντονους διαλόγους, τις ανατριχιαστικές χορωδίες των όχλων και τις άριες που σχολιάζουν την δράση, είναι ότι θυμίζει περισσότερο όπερα παρά ένα συμβατικό ορατόριο. Το Κατά Ματθαίον πάθος είναι ό,τι κοντινότερο έχει γράψει ο Μπαχ σε όπερα, δεδομένου ότι το συμβούλιο της πόλης της Λειψίας, του οποίου ο Μπαχ ήταν υπάλληλος, απαγόρευε οπερατικά στοιχεία σε θρησκευτικά έργα. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »