Η φορολογία είναι δημοκρατία, δήλωσε η εκλαμπρότατη κυβερνητική εκπρόσωπος Σοφία Βούλτεψη, έχοντας αναλύσει επί πολλές ώρες τις δύο αυτές έννοιες με τη βοήθεια των στενών της συνεργατών που δεν είναι άλλοι από τον άνδρα της και λοιπούς συγγενείς α’ βαθμού, τους οποίους έχει επιλέξει και διορίσει η ίδια μαζί με τον πρωθυπουργό. Είναι το ίδιο πρόσωπο που έχει αναλάβει (με επιτυχία) να συνεχίσει την υπονόμευση της κρατικής τηλεόρασης στα πλαίσια του δόγματος: ό,τι δημόσιο και κακό, ό,τι ιδιωτικό και καλό.
Συνεχίζοντας την πολιτική της λιτότητας και της υποτέλειας, το τρίτο θερινό τμήμα της Βουλής (αφού ο Σαμαράς έχει κλείσει από τον Ιούνιο την ολομέλεια της Βουλής) έκανε δεκτό κατά κυβερνητική πλειοψηφία τον διορθωμένο ΕΝΦΙΑ παρά τις οχτώ αντικαταστάσεις και μετά από τις αντιδράσεις που προκάλεσε η πρόχειρη και ανοργάνωτη έκδοση των εκκαθαριστικών, με σκοπό να καλυφθούν εκπρόθεσμα οι μνημονιακές υποχρεώσεις.
Ο Σαμαράς όμως όχι μόνο «ξέχασε» να μιλήσει στους δημοσιογράφους στη ΔΕΘ, ίσως επειδή δεν είχε τίποτα να πει στον ελληνικό λαό, αλλά «ξέχασε» και τη συζήτηση για το χρέος. Αυτή τη συζήτηση που θα ξεκινούσε ένα χρόνο πριν (μετά τις γερμανικές εκλογές), που ύστερα μετατέθηκε το καλοκαίρι και τώρα το ίδιο το ΔΝΤ διαψεύδει οποιαδήποτε επικείμενη συζήτηση για το χρέος, εφόσον και η ίδια η κυβέρνηση επιμένει ότι το χρέος είναι βιώσιμο.
Μια αναμενόμενη έκβαση της αδιέξοδης πολιτικής του ευρωραγιαδισμού, της ίδιας πολιτικής που από τη μια ακυρώνει οποιαδήποτε αξίωση για τις γερμανικές αποζημιώσεις και από την άλλη συνθέτει κοινά χρηματοδοτικά ταμεία στήριξης μεταξύ Ελλάδας και Γερμανίας, με χρήματα που προσπαθούν να σβήσουν τη θηριωδία του φασισμού στην Ελλάδα, την οποία έχουν το θράσος ορισμένοι να εξυμνούν.
Και ο λαός ετοιμάζεται να ξαναβάλει πλάτη, να ξαναδειάσει τις τρύπιες τσέπες του για να θρέψει τις ακόρεστες ορέξεις των ξένων και ντόπιων συμφερόντων. Ας αναλογιστούμε ότι τα τοκοχρεολύσια και μόνο στοιχίζουν 30 δις ετησίως. Αυτός ο λαός που κάποτε τον έλεγαν τεμπέλη, αυτόν το λαό του «όλοι μαζί τα φάγαμε», τον καλούν τώρα να καλύψει ένα χρέος που δεν του ανήκει, δεν το δημιούργησε και δεν ξέρει ακόμη μετά από τέσσερα χρόνια το πώς προέκυψε. Αυτόν το λαό που όσα του κόβουν, τόσα και άλλα τόσα του ζητάνε. Μάλιστα, αποφασίστηκε από το ιδεολογικό αδερφάκι του Γεωργιάδη που έχει τα ηνία του πολύπαθου υπουργείου Υγείας, τον Βορίδη, περικοπή στις πάγιες προληπτικές εξετάσεις για τους ασφαλισμένους του ΠΕΔΥ, βαφτίζοντάς την ως συμμόρφωση με τις ευρωπαϊκές οδηγίες.
Και ενώ η κρίση βαθαίνει και ο λαός πτωχεύει ακόμη περισσότερο, δυστυχώς δεν αντιδρά, δεν αντιστέκεται, δεν αγανακτεί συλλογικά και οργανωμένα. Η αιτία είναι απλή και φανερή, είναι η έλλειψη συγκροτημένης εναλλακτικής λύσης. Περιμένοντας και την ομιλία του Τσίπρα στη ΔΕΘ, προσμένουμε κάτι το διαφορετικό που φαίνεται ακόμη να μην έρχεται ή να μην έρχεται ολοκληρωμένο.
Φυσικά και βασική ουσία σε μία νέα πολιτική πράξη πρέπει να είναι η κατάργηση της λιτότητας και των μνημονιακών μέτρων. Όμως δεν αρκεί μόνο αυτό, χρειάζεται μια συνολικότερη και μαζικότερη σύγκρουση και αναδιαμόρφωση των σχέσεων και των θέσεων της χώρας, με κοινωνικά και αναπτυξιακά κριτήρια.
Από το: ΕΟΚ και ΝΑΤΟ το ίδιο συνδικάτο και το: έξω οι βάσεις του θανάτου, περάσαμε στο: Γιώργο γερά να φύγει δεξιά. Και μιλάμε για τον ίδιο Γιώργο του λεφτά υπάρχουν και του Καστελόριζου. Αυτόν που συγκυβέρνησε και με τη δεξιά και με την άκρα δεξιά (τρικομματική κυβέρνηση Παπαδήμου). Αυτόν που καλούσε το λαό να τρέξει στις κάλτσες ή κάλπες το 2009. Αλλά δεν βρίσκεται μόνο αυτός στον πίνακα προσώπων που στιγμάτισαν κακοηθώς την μεταπολιτευτική ιστορία αυτού του τόπου.
Πιο πίσω χρονικά αλλά πάντα στην επικαιρότητα, καθότι στενοί του σύμβουλοι υπουργοποιήθηκαν την τελευταία διετία (όπως ο Στουρνάρας ή ο Χαρδούβελης), φυσικά βρίσκεται ο Σημίτης. Είναι το πρόσωπο που σε άπταιστα ελληνικά καλούσε τον κόσμο να ξεπουλήσει τις περιουσίες του στο χρηματιστήριο και όταν βέβαια η φούσκα του χρηματιστηρίου έσκασε, δήλωσε ηρωικά ότι ο κόσμος που αγόραζε μετοχές έπρεπε να προσέχει. Είναι ο ίδιος που έστησε την υπόθεση των Ιμίων και μετά ευχαριστούσε γελοιωδώς και γλοιωδώς τους Αμερικάνους που για άλλη μια φορά έβαλαν το χέρι τους και προσπάθησαν να μας αιματοκυλήσουν.
Πριν λοιπόν από 40 χρόνια γεννήθηκε το ΠΑΣΟΚ, ένα κόμμα που όπως φάνηκε ταλαιπώρησε και θα συνεχίσει να ταλαιπωρεί για πολλά χρόνια με τις επιλογές του, τις τύχες μας. Τότε την 3η Σεπτέμβρη του 74, ο Ανδρέας Παπανδρέου καλούσε τον ελληνικό λαό να στηρίξει το ΠΑΣΟΚ για να γίνει νοικοκύρης στον τόπο του, για να πάψει να βρίσκεται κάτω από την ξένη εξάρτηση. Δυστυχώς όμως αυτό δεν έγινε ποτέ, οι πράξεις και του Παπανδρέου και του κόμματος συνολικά, οδήγησαν στο ακριβώς αντίθετο, στην πλήρη υποταγή και άνευ όρων παράδοση μας στα ξένα και ντόπια συμφέροντα που εκφράστηκαν μέσα από το ΠΑΣΟΚ με τον καλύτερο τρόπο (βλέπε Κοσκωτά, Siemens και άλλα).
Το ΠΑΣΟΚ, με ιδεολογικό κάλυμμα το σοσιαλισμό, μπόρεσε και εφάρμοσε με ελάχιστες φιλολαϊκές εξαιρέσεις στην πρώτη κυβερνητική του παρουσία, και συγκεκριμένα τη διετία 81–83, την πιο σκληρή και βαθύτατα αντιλαϊκή πολιτική. Παράλληλα μπόρεσε και παρέσυρε για δεκαετίες στο λήθαργο, ένα μεγάλο μέρος του ελληνικού λαού που γέμιζε γήπεδα και πλατείες ανεμίζοντας τις πράσινες σημαίες, πολλοί από τους οποίους τώρα κρατάνε τις φασιστικές σημαίες της Χρυσής Αυγής. Αυτό ήταν μείζον και θεμελιώδες ζήτημα για να μπορέσει να βασίσει την πολιτική του, δηλαδή να έχει το λαό σύμμαχο. Γι’ αυτό και κατά τις πρώτες μεταπολιτευτικές δεκαετίες ανθίζει ξέφρενα ο κρατικοδίαιτος συνδικαλισμός των κλαδικών και των κομματικών βραχιόνων του ΠΑΣΟΚ που κυριολεκτικά διευθετούσαν όλο το δημόσιο χώρο.
Αυτή η αρνητική πολιτικοποίηση και κομματικοποίηση μας οδήγησε, συν τοις άλλοις, στη σημερινή κατάσταση, όπου έχουμε έναν λαό παροπλισμένο, αιχμαλωτισμένο σε μία ανήθικη και άδικη φρασεολογία του όλοι μαζί τα φάγαμε, με έναν ποδηγετημένο συνδικαλισμό, που μπροστά στις κάμερες αντιστέκεται στις ακόρεστες απαιτήσεις του κεφαλαίου (καταργήσεις επιδομάτων, μειώσεις μισθών, ασφαλιστικών εισφορών) και από την πίσω πόρτα υπογράφει κατάπτυστες για τα εργασιακά δικαιώματα συμβάσεις εργασίας.
Η χειρότερη βέβαια συνέπεια του συστήματος ΠΑΣΟΚ είναι ο εκφυλισμός της δύναμης της αριστεράς, την οποία κοίμισε αρχικά με μία αριστερή πολιτική ατζέντα μέτρων, όπως την αναγνώριση της εθνικής αντίστασης, την χορήγηση συντάξεων στους αγωνιστές και στη συνέχεια με την υιοθέτηση από αυτήν όλων των προοδευτικών και αντιστασιακών μηνυμάτων και συνθημάτων για την ΕΕ και το ΝΑΤΟ.
Αποτέλεσμα όλων των παραπάνω, ήταν η αδυναμία των κομμάτων της αριστεράς (ΚΚΕ και Συνασπισμού) να προβάλουν αντίσταση στην ειρωνική και ψεύτικη στάση του ΠΑΣΟΚ. Συνέπεια που υφίσταται μέχρι και σήμερα με τη στηλίτευση του σοσιαλισμού, κοινώς αυτό το οποίο κατά κόρον ακούγεται πως «είδαμε και την αριστερά που κυβερνούσε τόσα χρόνια».
Μα το ΠΑΣΟΚ δεν υπήρξε ποτέ αριστερό κόμμα, είναι ένας σχηματισμός που εκμεταλλεύτηκε την ιστορία της αριστεράς, τη βαρβαρότητα της δεξιάς και κατόρθωσε να επιβιώσει μέχρι και σήμερα πατώντας πάνω στις πλάτες μας και πουλώντας φρούδες ελπίδες.
Και σήμερα έχοντας καταπατήσει και ξεφτιλίσει οτιδήποτε όσιο και ιερό, ξαναέρχεται στο προσκήνιο, διχοτομημένο αυτή τη φορά σε δύο στρατόπεδα, το ένα υπέρ του Παπανδρέου που εγκωμιάζει την πολιτική του, αυτή την πολιτική δηλαδή που μας οδήγησε στη γάγγραινα της λιτότητας και των μνημονίων, και το άλλο υπέρ του Βενιζέλου, πιο μετριοπαθές και συντηρητικό, το οποίο λυμαίνεται τώρα τον όρο δημοκρατική παράταξη.
Όμως όσα πρόσωπα και αν αλλάξει παραμένει το ίδιο κόμμα, με τις ίδιες βαριές ευθύνες για την κατάσταση που βρισκόμαστε και το μόνο που αξίζει στα στελέχη του είναι η οριστική τους καταδίκη στο «χρονοντούλαπο» της ιστορίας. Άλλωστε όπως είχε δηλώσει και ο ίδιος ο Ανδρέας Παπανδρέου σε μία από τις ελάχιστες κρίσεις ειλικρίνειας του: «υπάρχουν πολλά κόμματα που μπορούν να κλίνουν σε όλες τις πτώσεις τη λέξη σοσιαλισμός και όμως να μην πιστεύουν τίποτα».
Ο κατεξοχήν συναυλιακός καλλιτέχνης, Βασίλης Παπακωνσταντίνου συναντά ξανά την επαναστατική και χειμαρρώδη μουσική του Μίκη Θεοδωράκη, σε μία βραδιά υπό τον εμβληματικό τίτλο: Θέλει αρετή και τόλμη η ελευθερία. Αποτελεί μια ξεχωριστή ευκαιρία να ξαναθυμηθούμε την πολιτιστική κληρονομιά μας ντυμένη μελωδικά από τον Μίκη Θεοδωράκη που αποτελεί (καθόλου άδικα) ένας από τους σημαντικότερους κλασσικούς συνθέτες.
Η συναυλία έχει προγραμματιστεί για τις 2 Σεπτέμβρη και ώρα 21:00 στο Ηρώδειο. Οι τιμές των εισιτηρίων που διατίθενται και ηλεκτρονικά και τηλεφωνικά ξεκινούν από 22 ευρώ. Διοργανώνεται από το Σωματείο Φίλων Κοινωνικής Παιδιατρικής & Ιατρικής «Ανοιχτή Αγκαλιά», στο πλαίσιο των δράσεων και κοινωνικών εκδηλώσεών του, και τελεί υπό την αιγίδα του Γενικού Νοσοκομείου Παίδων Αθηνών «Π. & Α. Κυριακού». Τα έσοδα της εκδήλωσης θα διατεθούν για τον εκσυγχρονισμό εξοπλισμού μηχανικής υποστήριξης της Μονάδας Πρόωρων Νεογνών του Νοσοκομείου Παίδων Π. & Α. Κυριακού.
Η ανάγκη για εκλογές δεν προκύπτει από την λαιμαργία του ΣΥΡΙΖΑ για την κυβερνητική καρέκλα αλλά από την διαρκή και αποτυχημένη παρουσία της κυβέρνησης. Οι εκλογές ακόμη και μέσα στην κατευθυνόμενη δημοκρατία των μνημονίων και της λιτότητας, αποτελούν ίσως τη μοναδική διέξοδο για το κοινό αίσθημα. Ωστόσο, πρέπει να διευκρινιστεί και σε αυτήν την περίπτωση, η βάση υπό την οποία θα τεθεί μια εκλογική αναμέτρηση.
Είναι δεδομένο πλέον ότι η βάναυση ευρωπαϊκή πολιτική των φόρων, των περικοπών, της ανεργίας και εν γένει της κοινωνικής δυστυχίας κάθε άλλο παρά την ανάπτυξη φέρνει. Παράλληλα, η δυναμική των κομμάτων παρουσιάζεται η ίδια ή σχεδόν η ίδια. Εξάγεται επομένως το συμπέρασμα ότι, παρά την επιθετική πολιτική που ακολουθείται και αποδεδειγμένα είναι ατελέσφορη και ανυπόφορη, το εκλογικό σώμα δεν έλκεται από την αντίπαλη πρόταση (του ΣΥΡΙΖΑ ή των άλλων αριστερών κομμάτων), όχι τόσο λόγω της δημοσιογραφικής καχυποψίας έναντι της «άλλης οδού» που καθημερινά σπέρνεται από τα τηλεοπτικά παράθυρα με σκοπό να αγιοποιείται η «σωτήριος» πολιτική Σαμαρά και λοιπών, αλλά λόγω της εγγενούς αδυναμίας των αντιπολιτευόμενων προτάσεων.
Εξαιρουμένης φυσικά της πρότασης της Χρυσής Αυγής, η οποία αποτελεί την πιο ακραία, φασιστική έκφανση της πολιτικής που βιώνουμε, ασχέτως αν οι ίδιοι θέλουν να συστήνονται ως πατριώτες και αντιμνημονιακοί. Εξάλλου, είναι γνωστή η λατρεία και στήριξή τους προς το εφοπλιστικό και γενικά κάθε ντόπιο και ξένο ιμπεριαλιστικό και ληστρικό κεφάλαιο αλλά και ιστορικά αποδεδειγμένη από το παράδειγμα της χούντας ή του Γ΄ Ράιχ που τόσο πολύ θαυμάζουν.
Η έλλειψη πληρότητας των εναλλακτικών σχεδίων δράσης, εστιάζοντας κυρίως στον ΣΥΡΙΖΑ και στο ΚΚΕ, καθότι εκφράζουν πιο ολοκληρωμένες προτάσεις, απαλλαγμένες από φασιστικές και ψευδοπατριωτικές στρεβλώσεις, εντοπίζεται ακριβώς στο γεγονός ότι ο μεν ΣΥΡΙΖΑ αρκείται σε μια θολή αντιμνημονιακή γραμμή με ελάχιστα στοιχεία που να προσδίδουν μια κάποια αριστερή ταυτότητα, το δε ΚΚΕ παραμένει αγκυλωμένο σε μια άλλη εποχή, όπου οι συνθήκες ευνοούσαν και επέβαλλαν την εξέγερση και την ανοιχτή σύγκρουση, τότε που ο λαός ήταν μεν εξαθλιωμένος αλλά και πολιτικά συνειδητοποιημένος για τον τρόπο που πρέπει να απαντήσει, ενώ ταυτόχρονα υπήρχε μία κομματική ηγεσία ικανή και έτοιμη να αναλάβει το βάρος και την ευθύνη μιας ολόκληρης επανάστασης και ανατροπής ενός νοσηρού και αντιλαϊκού συστήματος, το οποίο παραλλαγμένο υφίσταται ως τα σήμερα.
Ερχόμενοι όμως στις ανάγκες του σήμερα, βλέπουμε ότι επιτάσσουν κάτι διαφορετικό, κάτι πολύ πιο εξελιγμένο και δύσκολο. Χωρίς να διαγράφω την σημασία της επανάστασης τόσο την ιστορική όσο και την πολιτική που αποδεδειγμένα κίνησε λαούς και συνειδήσεις προς κάτι καλύτερο, σήμερα που ο καπιταλισμός έχει εξ αντικειμένου απορρίψει την επίθεση δι’ όπλων και επιλέγει τη μέθοδο του οικονομικού πολέμου, η απάντηση πρέπει να είναι διαφορετική και δυστυχώς θα πρέπει να ξεκινήσει μέσα από το πεδίο βολής του ίδιου του συστήματος που αυτή τη στιγμή βρίσκεται σε πλεονεκτική θέση.
Οι εκλογές λοιπόν θα αποτελέσουν και πρέπει να αποτελέσουν (όποτε και αν γίνουν) μια ευκαιρία για την ιστορική συνάντηση όλων εκείνων των δυνάμεων που εχθρεύονται την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο και ζητούν έμπρακτα μια καλύτερη, δικαιότερη κοινωνία. Αυτές οι δυνάμεις πρέπει να συναθροιστούν από όλη την αριστερά που θα προτάξει ένα συγκροτημένο σχέδιο δράσης με στόχο την αποδέσμευση της χώρας από την συστημική λαίλαπα και την ολιγαρχική αδηφαγία των τραπεζικών συστημάτων (δηλαδή τη ραχοκοκαλιά του καπιταλισμού).
Οι επόμενες εκλογές πρέπει να αποτελέσουν αφετηρία ενός ξεσηκωμού, μίας αντίστασης, έστω και από τα μέσα του συστήματος, πράγμα που οφείλει να λάβει σοβαρά υπόψη της η αριστερά και να βρεθεί μπροστά στις εξελίξεις, ως εκφράστρια της κοινωνικής αγανάκτησης, ως κατευθυντήρια γραμμή της επιβαλλόμενης αντίστασης και ανυπακοής που επιβάλλουν οι ώριμες (πλέον) συνθήκες.
Οι φοιτητικές εστίες του ΕΜΠ στου Ζωγράφου (1968–1975), του Κώστα Φινέ και Ντίνου Παπαϊωάννου.
Στην ελληνική μοντέρνα αρχιτεκτονική, ιδιαίτερα την δεκαετία του 1970, υπάρχει μία αντίθεση μεταξύ αφενός των θεωριών των αρχιτεκτόνων περί Αρχιτεκτονικής, αφετέρου της αντίληψης των κτηρίων τους από τους άλλους.
Ξεκινάω από το δεύτερο σκεπτόμενος διάφορα κτήρια όπως αυτά των πανεπιστημίων της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης και δη αυτό της Θεολογικής Σχολής Αθηνών στην πανεπιστημιούπολη, των εστιών του Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου στου Ζωγράφου και πολλά κτήρια της πανεπιστημιούπολης του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Ας ρωτήσει κανείς απόψεις ανθρώπων γι’ αυτά τα κτήρια κι ας ακούσει: «Γκαράζ είναι η Θεολογική στην Αθήνα» μού είπε κάποτε ένας φίλος μου. «Είναι αυτά κτήρια;» άλλοι. Και γενικά, αν ποτέ έρθει συζήτηση για τα κτήρια, οι απόψεις συνοψίζονται στην αποστροφή του γυμνού τσιμέντου που πάρα πολλά έχουν, ότι αποπνέουν μία βιομηχανική ή απάνθρωπη αύρα και στην απορία τι είδους αρχιτεκτονική άποψη εκφράζουν, αφού τονιστεί ότι σχεδιάστηκαν από αρχιτέκτονες το οποίο συχνά αγνοείται.
Από την άλλη είναι αξιοσημείωτες οι θεωρίες και οι αναλύσεις περί Αρχιτεκτονικής που διατύπωναν οι αρχιτέκτονες οι οποίοι επικρατούσαν εκείνη την εποχή και συνεπώς σχεδίασαν πολλά τέτοια κτήρια. Η Ν.Κ.-Ρ. στην νεκρολογία της στην Ελευθεροτυπία για τον Κώστα Φινέ, αρχιτέκτονα των εστιών του ΕΜΠ και πολλών κτηρίων του ΑΠΘ, αναφέρει γι’ αυτόν: «Πρωταρχικός στόχος του, να υπηρετεί η αρχιτεκτονική τον άνθρωπο». Λίγο πιο πάνω μεταφέρει λόγια του Φινέ για το ποιοι είναι «υπεύθυνοι» για την όψη των κτηρίων του: «[Ο Μιχελής, ο Πικιώνης και ο Γκίκας, δάσκαλοι στο πολυτεχνείο] μάς γνώρισαν και μας μύησαν στη σύγχρονη τέχνη του μπετόν αρμέ, του σίδερου και του γυαλιού, στις δυνατότητες και τις αντινομίες τους, πάντα όμως με γνώμονα την αρμονία, τις σωστές αναλογίες και με μέτρο τον άνθρωπο». Για τον Πάτροκλο Καραντινό, ο οποίος σχεδίασε και την φυσικομαθηματική σχολή του ΑΠΘ, γράφουν: «Ο Πικιώνης τού αποκαλύπτει τη γοητεία της ελληνικής παραδοσιακής αρχιτεκτονικής».¹ Ο Ανδρέας Γιακουμακάτος σ’ άρθρο του στο Βήμα έγραφε ότι «[οι αρχιτέκτονες] συμμετείχαν ισότιμα στις πνευματικές διεργασίες και ονειρεύτηκαν έναν τόπο άλλο, στον οποίο η περιβαλλοντική βαρβαρότητα και η αισθητική αταξία θα βρίσκονταν ηττημένες από την επίτευξη συλλογικά ωφέλιμων στόχων και τη χρηστή διαχείριση του χώρου». Τεκμηρίωναν λοιπόν οι αρχιτέκτονες τα έργα τους ως φιλικά προς τον άνθρωπο, το τοπίο και την ελληνική παράδοση. Πολλοί απ’ αυτούς ήταν μάλιστα αριστεροί όπως ο Φινές και ο Ηλίας Σκρουμπέλος (αρχιτέκτονας της φυσικομαθηματικής σχολής της Αθήνας). Άλλοι, όπως ο Καραντινός, έχασαν την έδρα τους με την χούντα.
Το κτήριο διοίκησης του ΑΠΘ (1966–1976), του Κώστα Φινέ.
Πώς εξηγείται λοιπόν αυτή η αντίθεση; Νομίζω ότι οι λόγοι είναι τρεις. Πρώτον, είναι η πλήρης έλλειψη εξοικείωσης των πολιτών με την μοντέρνα αρχιτεκτονική. Γι’ αυτό φταίει η διδασκαλία στο σχολείο απ’ την οποία απαλείφεται κάθε ενότητα που αφορά την τέχνη. Παρ’ ότι καμία θεωρία ούτε ιστορία της Αρχιτεκτονικής μελετάται στο σχολείο, ούτε φυσικά της κλασικής ούτε της νεοκλασικής, επειδή στο σχολείο το μόνο που αποθεώνεται είναι το παρελθόν της Ελλάδας, ως παρεπόμενο αποθεώνεται κι η αρχιτεκτονική του. Μόνο γι’ αυτό υπάρχει εξοικείωση των ανθρώπων μ’ αυτήν. Επιπλέον η φαιά ουσία που κατανάλωνε ο αρχιτέκτονας για να φτιάξει ένα νεοκλασικό κτήριο γινόταν κυρίως στολίδι, ενώ, για να φτιάξει ένα μοντέρνο, περισσότερο φόρμα και διαρρύθμιση. Το στολίδι όμως είναι ολοφάνερο—ή έστω η εξοικείωση μ’ αυτό έχει γίνει—ενώ το μοντέρνο θέλει εξοικείωση για ν’ αρέσει.
Δεύτερον, για ν’ αναδειχθεί ένα μοντέρνο κτήριο πρέπει να είναι καθαρό. Η μοντέρνα αρχιτεκτονική αυτό «πουλάει», δηλαδή λιτότητα, κομψότητα και χρηστικότητα. Όταν το κράτος και οι πανεπιστημιακές αρχές αδιαφορούν για την συντήρηση και την καθαριότητα και συνεχώς αλλοιώνουν τα κτήρια εξαιτίας επισκευών, προσθηκών και «νεωτερισμών», τότε δεν φταίει μάλλον η ιδέα του αρχιτέκτονα για το πώς τα αντιλαμβανόμαστε.
Τρίτον, μπορεί οι αρχιτέκτονες, παρ’ ότι οι προθέσεις τους ήταν αγαθές, να παγιδεύτηκαν σ’ έναν ακαδημαϊσμό ή μια ουτοπία. Ίσως οι θεωρίες τους περί μίξης των διεθνών κινημάτων με την ελληνικότητα μπορούσαν να εφαρμοστούν πολύ δύσκολα ή αντιλαμβάνονταν την ελληνικότητα μόνο ως προς την σύνδεση του τοπίου με το κτίσμα, εξού το τσιμέντο. Ίσως η αγάπη των Ελλήνων αρχιτεκτόνων για το γυμνό τσιμέντο προέρχεται απ’ τον θαυμασμό προς τον Δημήτρη Πικιώνη κι ύστερα τον Άρη Κωνσταντινίδη που το χρησιμοποιούσαν πολύ, καθώς το θεωρούσαν γήϊνο υλικό. Δεν ξέρω λοιπόν αν τα έργα τους αγκαλιάστηκαν όσο ακόμα ήταν καινούργια. Μάλλον όχι· αλλά δεν πρέπει να ένοιαζε και πολύ τότε τον κόσμο μιας και εξυπηρετούσαν τον σκοπό τους, ήταν δηλαδή χρηστικά και καθαρά. Ο μπρουταλισμός, ρεύμα της μοντέρνας αρχιτεκτονικής την δεκαετία του 1970, χαρακτηριστικό του οποίου είναι το γυμνό τσιμέντο, χρησιμοποιήθηκε όσο κανένα άλλο στην ανέγερση των πανεπιστημιουπόλεων. Έπρεπε οι αρχιτέκτονες να φανταστούν ότι το κράτος και οι πρυτάνεις δεν θα συντηρήσουν ποτέ τα κτήρια που παρήγγειλαν ώστε να κάνουν άλλα σχέδια; Πάντως συχνά τα σχέδιά τους, τα οποία ύστερα κατασκευάζονταν, έβγαιναν πρώτα στους πανελλήνιους διαγωνισμούς των πελατών τους, των πανεπιστημίων και του κράτους.
Η Θεολογική Σχολή στην Αθήνα (1970–1976), του Λάζαρου Καλυβίτη και Γιώργου Λεονάρδου.
Κλείνοντας, αναρωτιέμαι πότε το σχολείο θα ασχοληθεί με την τέχνη, πότε θα δώσει εναύσματα για την μοντέρνα τέχνη κι αρχιτεκτονική. Θα μπορέσουμε τότε να σκεφτούμε κάτι γι’ αυτά τα κτήρια. Αν σκεφτούμε θετικά θ’ απαλλαγούμε απ’ τα κόμπλεξ που έχουμε εναντίον τους και θα μας αρέσουν και θα τα αναδείξουμε. Αν πάλι σκεφτούμε ότι όντως φταίνε οι αρχιτέκτονες και τα ίδια τα κτήρια απ’ την σύλληψή τους τότε θα δούμε τι θα κάνουμε. Δύο πράγματα είναι σίγουρα γι’ αυτά τα κτήρια. Πρώτον, ανήκουν στο δεύτερο ρεύμα του μοντερνισμού που αναπτύχθηκε στην Ελλάδα μετά τον πόλεμο και μέχρι την χούντα (το πρώτο ήταν στον μεσοπόλεμο μέχρι τον Μεταξά). Τα δύο αυτά ρεύματα που διαμόρφωσαν κυρίως την Αθήνα, την Θεσσαλονίκη και τον Πειραιά έχουν μοναδική αξία. Δεύτερον, η τωρινή αντίληψη αυτών των κτηρίων απ’ τους πολίτες δείχνει ότι, όσο ιδανικά κι αν γράφουν και μιλάνε οι αρχιτέκτονες που τελικά χτίζουν το δημόσιο τοπίο, τα κτήριά τους ίσως τελικά δεν πετύχουν τίποτα αν ο πελάτης, το κράτος, δεν προστατεύσει την ιδιοκτησία του. Στο κάτω κάτω τι γίνεται; Ζούμε όλη μας την ζωή μέσα στα δημιουργήματα μιας ολόκληρης γενιάς σκέψης αλλά δεν μπορούμε να τα κρίνουμε παρά μόνο αφηνόμαστε σε ελίτ όπως οι αρχιτεκτονικές σχολές και το Συμβούλιο Νεωτέρων Μνημείων να μας πούνε αν μας αρέσουν και τι θα τα κάνουμε;
1. Ελληνική Αρχιτεκτονική Εταιρεία, Αρχιτέκτονες του 20ού αιώνα: μέλη της εταιρείας, επιμέλεια Ελένης Φεσσά-Εμμανουήλ, εκδόσεις Ποταμός, 2009.