Όταν οι Χριστιανοί εκτιμούν την τέχνη περισσότερο από ‘μάς

Και ξαφνικά η καλή τέχνη έγινε πρωτοσέλιδο στην Ελλάδα. Και μάλιστα, αφορμή γι’ αυτό δεν ήταν μονάχα τα κηρύγματα των παπάδων κατά του Τελευταίου πειρασμού ή του θεατρικού Corpus Christi, έργων που αμφιβάλλω αν οι όχλοι των φανατικών και των χιτλερίσκων είχαν διαβάσει ή δει με τα μάτια τους, αλλά πίνακες, των οποίων η αμεσότητα είναι αδιαμφισβήτητη. Το μήνυμά τους επικοινωνείται εν ριπή οφθαλμού και ο καθένας, ακόμη κι αν αντανακλαστικά κλείνει τα μάτια του ενώπιόν τους, μπορεί να επηρεαστεί και να σχηματίσει μία ίδια άποψη, μία αυθόρμητη ανταπόκριση.

Είμαστε μάρτυρες ενός σπάνιου φαινομένου: της εκδήλωσης των δυνατοτήτων της καλής τέχνης, και δη της ζωγραφικής. Σε μία χώρα όπου οι καλές τέχνες πνέουν τα λοίσθια, όπου τα μουσεία μας επανδρώνονται απ’ τα πνεύματα των ίδιων ζωγράφων εδώ και πενήντα χρόνια (Μόραλη, Μυταρά, Φασιανού) και από ζώντες ζωγράφους που τυχαίνει να είναι συνδαιτυμόνες της κυρίας Λίνας Μενδώνη ή της κυρίας Μαρέβας Μητσοτάκη, και σ’ έναν κόσμο όπου όλοι σαν υπνωτισμένοι περιδιαβαίνουμε τις αίθουσες διαβάζοντας τις τεράστιες λεζάντες που επεξηγούν τα νοήματα πίσω απ’ τα σακιά με τις πατάτες και τους σκουριασμένους θερμοσίφωνες, ανυπομονώντας να περάσουμε στο κυλικείο, ο κύριος Χριστόφορος Κατσαδιώτης, ένας αναπαραστατικός ζωγράφος και άγνωστος στο ευρύ κοινό, κατόρθωσε επιτέλους να ξυπνήσει τα πάθη ενός ανθρώπου, να αναζωογονήσει την πολιτισμική του ζωή και να μας χαρίσει μια ματιά, του πώς θα μπορούσε να είναι και η δική μας πολιτισμική ζωή.

Όσοι εκπλήσσονται για τα γεγονότα της 10ης Μαρτίου στην Εθνική Πινακοθήκη έχουν αποδεχθεί την μουμιοποίηση των καλών τεχνών. Ξεχνούν την δύναμη της τέχνης να σχολιάσει καυστικά τα ζητήματα της καθημερινότητάς μας. Ξεχνούν πώς η Σφαγή της Χίου του Delacroix και η Guernica του Picasso αφύπνισαν τον κόσμο για τις βαρβαρότητες που λάμβαναν χώρα στην Ελληνική Επανάσταση και τον Ισπανικό Εμφύλιο. Ξεχνούν ότι τα καθεστώτα—κοσμικά ή εκκλησιαστικά—φοβούνταν ανέκαθεν την τέχνη, όχι για κάποιον αόριστο, αισθητικό λόγο, αλλά λόγω ακριβώς αυτής της δύναμης να αφυπνίζει. Και τέλος ξεχνούν ότι οι περισσότεροι καλλιτέχνες, εφησυχασμένοι πλέον και βολεμένοι, συμμορφώνονται στις απαιτήσεις των καθεστώτων και μας προσφέρουν μία ανώδυνη τέχνη. Όπως παρατηρεί ο λογοτεχνικός κριτικός της queer θεωρίας Jonathan Dollimore, οι μόνοι που δεν ξεχνούν αυτήν την δύναμη είναι τα καθεστώτα, και, κατά παράδοξο τρόπο, είναι τα μόνα που εκτιμούν την τέχνη, με την έννοια ότι βλέπουν σ’ αυτήν έναν άξιο αντίπαλο.1

Δυστυχώς όμως ο κύριος Κατσαδιώτης δεν έχει αποδειχθεί μέχρι στιγμής αρκετά θαρραλέος. Με τα ομολογουμένως καλαίσθητα, αριστοτεχνικά και εντυπωσιακά έργα του επέλεξε να θίξει για νιοστή φορά τα ίδια τετριμμένα ζητήματα. Αρκετά· οι Χριστιανοί σοκαρίστηκαν και εμείς στοχαστήκαμε το 1915, όταν ο Καζιμίρ Μάλεβιτς εξέθεσε το Μαύρο τετράγωνο στην γωνία του τοίχου, το σημείο του εικονοστασίου των ρωσικών σπιτιών όπου οι Ρώσοι παραδοσιακά κρεμούν την εικόνα της Παναγίας· οι Χριστιανοί σοκαρίστηκαν (εμείς αμφιβάλλω αν στοχαστήκαμε καν) το 1987, όταν ο Andres Serrano φωτογράφισε τον Εσταυρωμένο εντός ενός δοχείου με τα ούρα του. Ευτυχώς για όλους τους καλλιτέχνες, Χριστιανοί θα υπάρχουν ες αεί να σοκάρονται, διότι οι Χριστιανοί εδώ και χιλιάδες χρόνια συγκινούνται με τον ίδιο τρόπο όταν βλέπουν τα εικονίσματα στην εκκλησία, απαράλλαχτα απ’ τις πρώτες εικόνες που σώζονται εδώ και χίλια πεντακόσια χρόνια στην Μονή της Αγίας Αικατερίνης του Σινά. Το γεγονός ότι ακόμη και άθεοι ή άθρησκοι έχουν εικόνες σπίτι, που τους συγκινούν, αποδεικνύει ότι οι εικόνες αυτές δεν είναι το μακρύ χέρι της εκκλησιαστικής εξουσίας στην καθημερινότητά τους αλλά μία παράδοση. Η παραμόρφωσή τους είναι μία σίγουρη συνταγή επιτυχίας και ήδη απ’ το 1910 ο ριζοσπάστης (και, ως συνήθως, ελιτιστής) αρχιτέκτονας Adolf Loos, αναγνωρίζοντας το ατελέσφορο του απλού σοκ, έγραφε ότι οι «σοκαριστές» δεν ανήκουν στους «αριστοκράτες του πνεύματος»: «Απευθύνομαι στον αριστοκράτη, δηλαδή το άτομο που στέκεται στην ακμή της ανθρωπότητας πλην όμως έχει βαθύτατη κατανόηση της δυσφορίας και ανέχειας των κατωτέρων». Όπως ο ριζοσπάστης καλλιτέχνης θα πήγαινε στον λαϊκό τεχνίτη και θα του έλεγε «Όλα αυτά είναι μπούρδες», έτσι και ο άθεος επαναστάτης «θα τράβαγε την γριούλα απ’ το εικόνισμα και θα της έλεγε: “Δεν υπάρχει Θεός”. Ο άθεος αριστοκράτης αντιθέτως βγάζει το καπέλο όταν περνάει από μια εκκλησία».2

Ο κύριος Κατσαδιώτης συνεισφέρει στην μουμιοποίηση των καλών τεχνών διότι ο Ιησούς-νεκροκεφαλή δεν αφυπνίζει πλέον κανέναν. Στον φιλότεχνο προξενεί ανία, στην «γριούλα» και στον βουλευτή της «Νίκης» ατελέσφορη αγανάκτηση (που όμως είναι ίσως απολαυστικότερη της ανίας). Αν ο ζωγράφος αισθάνεται ικανοποιημένος με τις προθέσεις του και το αποτέλεσμά τους καλώς· η ανωδυνότητα όμως των προθέσεών του τού χάρισε το προνόμιο να τον υπερασπίζεται η κυρία Μενδώνη. Θα τον υποδεχόταν όμως με την ίδια θαλπωρή η κυρία Μενδώνη στο φέουδό της, αν με την ίδια αριστοτεχνία έθιγε σοβαρότερα ίσως ζητήματα όπως το έγκλημα των Τεμπών ή την γενοκτονία στην Παλαιστίνη; Ανυπομονώ να δω έργα του, τις προθήκες των οποίων θα σπάσει μαινόμενη η κυρία Μενδώνη.

Υστερόγραφο, 11 Μαρτίου 2025

Γράφοντας την προηγουμένη αυτό το κείμενο δίσταζα, μήπως είμαι πολύ άτεγκτος στις υποθέσεις μου περί των προθέσεων του κυρίου Κατσαδιώτη και, κυρίως, μήπως δικάζω πριν «αμφοίν μύθον» ακούσω. Κι όμως, εντός είκοσι τεσσάρων ωρών η διαίσθησή μου επαληθεύτηκε εκπληκτικά, όταν οι δημοσιογράφοι άρχισαν να ρωτούν τον ζωγράφο για την άποψή του και αυτός, με τρόπο που δεν φανταζόμουν, έθιξε καθένα απ’ τα ζητήματα που εξέθεσα, απ’ τα γενικώς αποδεκτά μέχρι τα προκλητικότερα.

Έγραψα ότι «όσοι εκπλήσσονται για τα γεγονότα της 10ης Μαρτίου στην Εθνική Πινακοθήκη έχουν αποδεχθεί την μουμιοποίηση των καλών τεχνών». Σε μία συνέντευξη στην Lifo, η δημοσιογράφος κυρία Αργυρώ Μποζώνη τον ρώτησε: «Πιστεύετε ότι τα έργα σας προσβάλλουν τον θεατή;» Ο κύριος Κατσαδιώτης όχι μόνο εξεπλάγη για τα γεγονότα, αλλά παρουσιάζεται σαν να μην έζησε ποτέ στην Ελλάδα: «Αν ο θεατής βλέπει οράματα με αρχαγγέλους και θεωρεί τη μάνα του ως Παναγία, μπορεί να προσβληθεί. Δεν το είχα φανταστεί ποτέ. Μιλάμε για φαντασία πέραν του “Χάρι Πότερ”». Αφήνω το αδιανόητον μιας τέτοιας δήλωσης ενός Έλληνα καλλιτέχνη να ηχήσει από μόνο του, διότι την ανειλικρίνεια της δήλωσης θα σχολιάσω παρακάτω. Ύστερα ανέφερα δύο μόλις παραδείγματα, τα πρώτα που μου ήρθαν κατά νου, που αποδεικνύουν ότι η τέχνη μπορεί να αλλάξει τον κόσμο, την Σφαγή της Χίου και την Guernica. Ο κύριος Κατσαδιώτης, παρ’ ότι στην ίδια συνέντευξη δηλώνει ότι η θεματολογία του «έχει ξεκινήσει μελετώντας την ιστορία της τέχνης», φαίνεται να έχει ξεχάσει την ιστορία που μελέτησε με την ίδια ταχύτητα που ξεχάσαμε τον Νικηφόρο Ουρανό βγαίνοντας απ’ την ιστορία της πέμπτης δημοτικού: «Πιστεύω ότι η τέχνη είναι όπλο αλλά δεν μπορεί να αλλάξει τον κόσμο, η τέχνη αφορά την πνευματικότητα εκείνης της στιγμής που βλέπεις, ακούς ή διαβάζεις κάτι». Αν η τέχνη δεν μπορεί να αλλάξει τον κόσμο τότε τι όπλο είναι; Μάλλον ο ζωγράφος αντιλαμβάνεται την τέχνη ως όπλο κατά των επίγειων πραγμάτων, αναμασώντας το παλιό κλισέ που βλέπει την τέχνη ως ένα είδος υπέρβασης απ’ την πραγματικότητα προς τον κόσμο των πνευμάτων. Πίσω ολοταχώς στον Kant και την «σκοπιμότητα άνευ σκοπού»: «Η δουλειά μου είναι σκοτεινή, το γνωρίζω και κατάφερα, χωρίς να είναι σκόπιμο, χωρίς να θέλω να πουλήσω ή να προκαλέσω, να μπω στο ασυνείδητο».3

Τα πράγματα όμως γίνονται οξύμωρα, αν στα παραπάνω προσθέσουμε μία συνέντευξη του κυρίου Κατσαδιώτη στην κυρία Κριστίν Στάρμεϊ της Καθημερινής.4 Ο ίδιος καλλιτέχνης, του οποίου ο ρόλος «δεν είναι να κρίνει τη θρησκεία» και του οποίου η τέχνη «δεν είναι σκόπιμη» και «δεν θέλει να προκαλέσει», αίφνης ομολογεί ότι τα έργα του βάλλουν κατά της θρησκείας, «η οποία μας εκπαιδεύει να είμαστε σχεδόν εκ γενετής φοβισμένοι και ενοχοποιημένοι», και κατά των αγίων, οι οποίοι απεικονιζόμενοι με όπλα και πανοπλίες «είναι ικανοί να σκοτώνουν». Όλα αυτά είναι πράγματα με τα οποία συμφωνώ αμέριστα και κρίνω τον ζωγράφο όχι για τα τελευταία αυτά λεγόμενά του, αλλά για τον δισταγμό του να τα υπερασπιστεί. Αυτό όμως με το οποίο δεν συμφωνώ και που φέρνει τα πράγματα σε κωμική κορύφωση είναι ο τρόπος με τον οποίο ο κύριος Κατσαδιώτης παραπέμπει στα λόγια του Adolf Loos που διστακτικά παρέθεσα φοβούμενος μην αγγίξω τα όρια της σαχλής υπερβολής. Για τον ζωγράφο λοιπόν η θρησκεία δεν είναι μόνο όργανο της εξουσίας για να καταδυναστεύει και να σκοτώνει, αλλά και «αποτελεί το πιο κιτς στοιχείο της λαογραφίας μας, γεμάτη θαύματα, τραγωδίες και κατάρες, είναι η σύγχρονη μυθολογία μας». Χαρακτήρισα τον Loos ελιτιστή, ο οποίος, παρ’ ότι αυτόκλητος «αριστοκράτης του πνεύματος», αναγνώριζε ωστόσο τον χρόνο που αφοσίωνε η «κατώτερη» Σλοβάκα χωριατοπούλα κεντώντας την δαντέλα της ως τις ιερές της ώρες· η λέξη «κιτς» δεν υπάρχει. Τώρα όμως ποιος είναι ο ελιτιστής; Εντέλει σε ποια θρησκεία επιτίθεται ο κύριος Κατσαδιώτης; Σε αυτήν των μητροπολιτών; Ή βάλθηκε να τραβήξει την γριούλα απ’ το εικόνισμα και να της πει «δεν υπάρχει Θεός»;


Σημειώσεις
  1. Βλέπε «Those who Love Art the Most also Censor it the Most» (κεφάλαιο 7) στο Sex, Literature, and Censorship (Polity Press, 2001), σελ. 95–106. ↩︎
  2. «Ornament und Verbrechen» (1908 ή 1910), Adolf Loos: Sämtliche Schriften (Verlag Herold, 1962), σελ. 276–288. Βλέπε δική μου ελληνική μετάφραση σ’ αυτήν την ιστοσελίδα Διάκοσμος και έγκλημα. ↩︎
  3. Αργυρώ Μποζώνη, «“Tα έργα μου είναι σκοτεινά, αλλά δεν τα έχω σκεφτεί ποτέ ως προκλητικά”», Lifo.gr, 11 Μαρτίου 2025. ↩︎
  4. Μάρω Βασιλειάδου και Κριστίν Στάρμεϊ, «Βουλευτικός βανδαλισμός στην Εθνική Πινακοθήκη: Τι δηλώνει ο Χριστόφορος Κατσαδιώτης στην “Κ”», Kathimerini.gr, 11 Μαρτίου 2025. ↩︎

Σχολιάστε