ΣΚΕΛΕΤΟΣ.

Προσωπική ιστοσελίδα απόψεων

  • ΑΡΧΙΚΗ
  • ΠΟΛΙΤΙΚΗ
    • ΑΠΟΨΕΙΣ
  • ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
    • ΑΡΧΙΤΕΚΤΟΝΙΚΗ
    • ΓΛΩΣΣΙΚΑ
    • ΜΟΥΣΙΚΗ
  • ΓΝΩΜΕΣ
  • ΕΜΕΙΣ
    • ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΠΟΥΚΑΣ
    • ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΠΑΥΛΟΠΟΥΛΟΣ

  • Συμφωνία στην λιτότητα, διαφωνία στην ανατροπή

    Δημήτρης Παυλόπουλος
    24 Φεβρουαρίου 2015

    Η κυβέρνηση μετά από έναν μαραθώνιο διαπραγματεύσεων, αλλιώτικων από αυτές που μας είχε συνηθίσει η προηγούμενη κυβέρνηση, κατέληξε στο ίδιο αποτέλεσμα, στην παράταση της δανειακής σύμβασης. Ωστόσο, οι αντιδράσεις του κόσμου είναι τελείως διαφορετικές με αυτές που θα αντιστοιχούσαν σε μία τέτοια απόφαση από μία κυβέρνηση Σαμαρά. Με άλλα λόγια, η ελληνική κοινωνία φαίνεται να υποστηρίζει έντονα (σε ποσοστό 60%) τις κινήσεις και τις επιλογές της ελληνικής κυβέρνησης.

    Όμως γεννάται το ερώτημα για το τι πραγματικά είναι η δανειακή σύμβαση που έλαβε τετράμηνη παράταση ισχύος και τι σημαίνει αυτό για μας και την καθημερινότητά μας. Για να απαντήσουμε σε αυτό θα πρέπει να διαβάσουμε προσεκτικά την δανειακή σύμβαση, που θυμίζω ότι αποτελεί σύμβαση που είχε λάβει και συμφωνήσει η προηγούμενη κυβέρνηση, αυτή των Μερκελιστών και των δοσίλογων που ξεπουλούσαν την πατρίδα και τον λαό, θα δούμε ότι για να ισχύσει η δανειακή σύμβαση, θα πρέπει παράλληλα να ισχύει και το μνημόνιο.

    Δηλαδή, για να μπορούν οι τράπεζες να ανακεφαλαιοποιούνται, θα πρέπει να ισχύουν τα μέτρα λιτότητας που είχαν υλοποιήσει οι προηγούμενες κυβερνήσεις, θεωρώντας τα μέτρα αυτά ως αναγκαίες μεταρρυθμίσεις υπέρ της ανάπτυξης (άλλο που μόνο ανάπτυξη δεν είδαμε) και φυσικά τα είχαν καταψηφίσει τα κόμματα που σήμερα συγκυβερνούν και πολεμούσαν επί μακρόν, με σκοπό, όπως φάνηκε, να εξασφαλίσουν την παραμονή των μέτρων αυτών. Πέραν από το προφανές, ότι δηλαδή πάνε περίπατο ακόμη και οι εξαγγελίες της Θεσσαλονίκης, το περίφημο πρόγραμμα των 10 δις, ακόμη και για τις μερικές χιλιάδες θέσεις που υποσχέθηκαν, θα τις συμψηφίσουν με αυτές που προβλέπονται στον προϋπολογισμό της κυβέρνησης Σαμαρά, αυτόν που καταψήφισαν πριν τρεις μήνες και έλεγαν ότι θα καταργήσουν, παραμένει το ερώτημα για το αν αλλάζει κάτι στην ουσία και όχι στο περιτύλιγμα.

    Η απάντηση, δεν είναι και τόσο απλή. Με δεδομένη την καλή επικοινωνιακή τακτική της κυβέρνησης και κάποια αναίμακτα μέτρα, όπως η αφαίρεση των υπουργικών αυτοκινήτων, η απομάκρυνση των κάγκελων από τον Άγνωστο Στρατιώτη, που όμως δεν ωφέλησαν σε τίποτε τα προβλήματα και τις ανάγκες του λαού, η κυβέρνηση φαίνεται να ξεχνά, όχι μόνο το αριστερό και ριζοσπαστικό παρελθόν της, που χρόνια τώρα απεμπολεί, αλλά και τα όποια είχε μεγαλοστόμως, όπως αποδεικνύεται, υποσχεθεί. Αυτό έχει γίνει αντιληπτό και από τα ίδια τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ, μεταξύ άλλων και του Μανώλη Γλέζου, που ζήτησε συγγνώμη από τον ελληνικό λαό που συνετέλεσε στον να παρασυρθεί στην πλάνη του ΣΥΡΙΖΑ ή ακόμη άλλοι που ζητούν αλλαγή ηγεσίας.

    Ένα μόνο μπορεί να ειπωθεί με βεβαιότητα, ότι η κατάσταση αυτή που βαθαίνει συνεχώς δεν ανατρέπεται με διαπραγματεύσεις και επιδείξεις σθένους στους εταίρους. Δεν μπορείς να συνδιαλέγεσαι με τους δημίους σου. Δύο επιλογές είχε η κυβέρνηση και κάθε κυβέρνηση που φτάνει σε αυτό το οριακό σταυροδρόμι. Ή να δεχτεί την πολιτική της βαρβαρότητας, της λιτότητας και των μνημονίων, βαφτίζοντας το κρέας, ψάρι ήτοι την τρόικα, θεσμούς. Ή φυσικά να κλείσει την πόρτα σε όλους αυτούς που κόπτονται για το αν θα παραμείνει η Ελλάδα στην ευρωζώνη και να σταθεί αταλάντευτα στο πλευρό, στα αιτήματα, στα συμφέροντα αυτών που την εξέλεξαν. Αυτών που έχουν τη δύναμη για μία πραγματική αλλαγή, αυτών που ιστορικά, όταν αντιλήφθηκαν την συλλογική υπεροχή τους κατατρόπωσαν διάφορα συστημικά τέρατα, αυτών που τώρα αρκούνται στο να χειροκροτούν αντιλαϊκές συμφωνίες, αντί να απαιτούν ρήξη και σύγκρουση με τους δεσμώτες μας, όλων των λαών της Ευρώπης, όλων των καταπιεσμένων και εξευτελισμένων από το σύστημα της εκμετάλλευσης, της υποτέλειας και της δουλείας.


  • Συμφωνία της Βάρκιζας ή ανατροπή;

    Δημήτρης Παυλόπουλος
    20 Φεβρουαρίου 2015

    2 Φεβρουαρίου του 1945. Ημέρα μνήμης και λύπης για όλη την αριστερά και τους λαϊκούς αγώνες. Εκείνη την ημέρα ύστερα από 10ήμερη διαβούλευση υπογράφεται η συμβιβαστική συμφωνία της Βάρκιζας, μεταξύ του ΕΑΜ, της κυβέρνησης Πλαστήρα και των Βρετανών. Η συμφωνία αυτή όριζε τον μονομερή αφοπλισμό του ΕΛΑΣ και των λοιπών αντάρτικων ομάδων του ΕΑΜ, με την παράλληλη δημιουργία εθνικού στρατού. Το περίφημο άρθρο 3 της Συμφωνίας όριζε την γενική αμνήστευση των αδικημάτων που τελέστηκαν από τις 3 Δεκέμβρη του ’44 και έπειτα και είχαν αμιγώς πολιτικό χαρακτήρα.

    Αμέσως μετά την υπογραφή της συμφωνίας της Βάρκιζας, στο υπουργείο Εξωτερικών. Πρώτη σειρά από αριστερά: Στ. Σαράφης, Γ. Σιάντος, Ηλ. Τσιριμώκος, Ι. Σοφιανόπουλος, Ν. Ασκούτης και Μ. Παρτσαλίδης.
    Αμέσως μετά την υπογραφή της συμφωνίας της Βάρκιζας, στο υπουργείο Εξωτερικών. Πρώτη σειρά από αριστερά: Στ. Σαράφης, Γ. Σιάντος, Ηλ. Τσιριμώκος, Ι. Σοφιανόπουλος, Ν. Ασκούτης και Μ. Παρτσαλίδης.

    Όμως δεν είναι τόσο η ίδια η Συμφωνία που από μόνη της θέτει τα θεμέλια μιας αστικής δημοκρατίας κατά τα τότε δυτικά πρότυπα, όσο οι συνθήκες μέσα στις οποίες υπογράφεται. Είναι γνωστό ότι οι αρχές του 1945 βρίσκουν την Ελλάδα ελεύθερη και αδούλωτη από τις δυνάμεις του Άξονα και το ΕΑΜ να ελέγχει τις 29 από τις 31 πόλεις της Ελλάδας, με μεγαλύτερη δε επιρροή στην ύπαιθρο. Υπήρχε μάλιστα μια πλήρης εικόνα των ΕΑΜικών δυνάμεων, οι οποίες, σύμφωνα με τον Θ. Μακρίδη (επιτελάρχη του ΕΛΑΣ), επαρκούσαν για διετή αμείωτο πόλεμο, εναντίον των Άγγλων.

    Ωστόσο παρά το θετικό κλίμα αποδοχής της νίκης του ΕΑΜ, που δεν ήταν άλλη από την νίκη της πλειονότητας του ελληνικού λαού που συμμετείχε στις τάξεις του, η ηγεσία του ΚΚΕ, σπεύδει να αμαυρώσει τις συνθήκες αυτές και να παραδώσει και κυριολεκτικά και μεταφορικά, εδάφη και όπλα, στους αντιπάλους της. Η μοναδική, με άλλα λόγια, ευκαιρία της Ελλάδας και του λαού της να απεξαρτηθεί από τα ξένα και ντόπια, δοσίλογα και αντιλαϊκά δεσμά της, ήταν τότε και χάθηκε με ευθύνη μιας ανεύθυνης και μονολιθικής κομματικής ηγεσίας που πίστευε ότι καμία σημασία δεν έχει το λαϊκό κίνημα και οι διεκδικήσεις του και όλα αυτά τα συνθηκολόγησε με μία αναξιοπρεπή προς την ιστορία και τους αγωνιστές της, συνθήκη.

    Μετά την συνθήκη γνωρίζουμε πολύ καλά τι ακολούθησε. Οι Άγγλοι, με την υπογραφή της κορυφής και όχι της βάσης του ΚΚΕ, κατάφεραν να διαλύσουν κάθε πυρήνα αντίστασης και διεκδίκησης. Η κυβέρνηση Πλαστήρα και η επόμενη, του Παπάγου, έφεραν σε πέρας το δύσκολο έργο της εφαρμογής της τάξης. Ήταν η περίοδος της λευκής τρομοκρατίας, των εξοριών, των συλλήψεων, των δολοφονιών, των εκτοπίσεων (μιας και δεν ίσχυε καθολικά η γενική αμνηστία) και όλα αυτά δεν γινόντουσαν, πλέον, από τις κατοχικές δυνάμεις αλλά από τους συνεργάτες αυτών, από εκείνους που απουσίαζαν από κάθε κρίσιμη ιστορική στιγμή και στέφθηκαν κατόπιν ελευθερωτές.

    Η απάντηση του ΚΚΕ, δεν μπόρεσε να αντιστρέψει την κατάσταση, ο Δημοκρατικός Στρατός, δεν καταφέρνει, παρά τις όποιες νίκες του, να αντιστρέψει το κλίμα του αντικομμουνισμού και του εμφυλίου μίσους, το οποίο ενίσχυαν και οι Βρετανοί. Ακόμη και σήμερα, θα μπορούσε να πει κανείς ότι το κλίμα αυτό, έστω και αν έχει τονίσει, συνεχίζει να αναπνέει και να βρωμίζει τις σκέψεις μας, είτε μέσα από πολιτικούς σχηματισμούς που χαιρετάνε ναζιστικά, είτε μέσα και από στελέχη κυβερνήσεων, όπως ο Μπαλτάκος που δήλωνε φύσει και θέσει αντικομουνιστής και άλλοι.

    Πέραν λοιπόν, του ιστορικού ερωτήματος που προκύπτει για το πώς θα συνέβαιναν τα πράγματα, αν δεν είχε υπογραφεί αυτή η Συμφωνία, αν δηλαδή ο αγώνας στα βουνά συνεχιζόταν, αν οι εκκλήσεις του Βελουχιώτη και άλλων για μη παράδοση των όπλων ακούγονταν και υπερνικούσαν την ευτελή συνθηκολόγηση, προκύπτει και η σύγκριση της στάσης της κομματικής ηγεσίας του τότε, με την στάση της ηγεσίας του ΚΚΕ, σήμερα.

    Αν, πιο απλά, αυτή η προσκόλληση στην ιδεολογική καθαρότητα και τιμιότητα, δεν οδηγεί σε αντίστοιχους συμβιβασμούς το κίνημα και τους αγώνες των λαών για ανατροπή της βαρβαρότητας του καπιταλισμού. Ίσως αυτή η δυσκολία και η αποστασιοποίηση από την σύγχρονη κοινωνική πραγματικότητα, να ανακόπτει οποιαδήποτε συλλογική και συντονισμένη αντίδραση, ακόμη και αυτές των τελευταίων ημερών, που ούτε σαφή ταξικό προσανατολισμό έχουν, ούτε βέβαια φέρουν αιτήματα για ανατροπή και σύγκρουση. Το μόνο που ζητούν είναι πιο δίκαιη διαπραγμάτευση με την ΕΕ και τους μηχανισμούς της που τέσσερα χρόνια τώρα μας έχει πετάξει στη δίνη των μνημονίων.

    Ανεξάρτητα, λοιπόν, με το αν η διεκδίκηση αυτή, στερείται ιδεολογικού και ταξικού πρόσημου ή ακόμη και ρεαλισμού, η αριστερά των αγώνων και των εξεγέρσεων, της ανατροπής και της ρήξης, οφείλει να εκμεταλλεύεται κάθε κίνηση και ευκαιρία για συσπείρωση και ενδυνάμωση του λαϊκού κινήματος. Η αριστερά έχει ιστορική ευθύνη, όχι απλώς να ασκεί μια άγονη αντιπολίτευση στην όποια αστική κυβέρνηση, αλλά να ερμηνεύει την δεδομένη πολιτική και οικονομική κατάσταση, με τρόπο κατανοητό, βρισκόμενη παράλληλα μπροστά από τις εξελίξεις και όχι έρμαιο ή χειρότερα μακριά από αυτές. Η αριστερά, εν ολίγοις, οφείλει να μην επαναλάβει τα λάθη του παρελθόντος που μας ταλαιπωρούν και την ταλαιπωρούν ακόμη και σήμερα.


  • Ο κίνδυνος στον ΣΥΡΙΖΑ από την επαφή με τα κανάλια

    Δημήτρης Μπούκας
    2 Φεβρουαρίου 2015

    Παρ’ ότι η προβολή του ΣΥΡΙΖΑ από τα κανάλια ήταν πολύ προβληματική και συχνά εχθρική, ακόμη και κακοήθης, η εκλογή του στην κυβέρνηση αναγκάζει τα κανάλια να καλούν σε εκπομπές υπουργούς και στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ. Πρώτα όμως αποδείχθηκε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ, και πιστεύω ότι και οποιοδήποτε κόμμα με προτάσεις εξίσου πειστικές ή συμφέρουσες για τους κατοίκους της Ελλάδας, δεν εξελέγη με την βοήθεια των καναλιών. Πρέπει τώρα τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ, πολύ σημαντικότερα οι υπουργοί του, να εμφανίζονται στην τηλεόραση όσο το δυνατόν μετριασμένα και με έμφαση στην σοβαρότητα των εκπομπών, την δυνατότητα να εκφράζουν σαφώς τις απόψεις τους και κυρίως την διατήρηση των αποστάσεων από το σύστημα των καναλιών.

    Ειδικότερα, οι πολύωρες συμμετοχές σε ενημερωτικά πάνελ με πληθώρες πολιτικών και δημοσιογράφων δεν προσφέρουν καμία ενημέρωση για τις πολιτικές της κυβέρνησης. Το ύφος κι η διάρθρωση των εκπομπών αυτών δεν αφήνουν κανέναν να εκφράσει τις απόψεις του λιτά και κατανοητά και εκ φύσεως εκθέτουν τους συμμετέχοντες. Οι συχνές εμφανίσεις σε δελτία ειδήσεων είναι εξίσου προβληματικές. Ακόμη και ηθικά, χαρίζουν συγχώρεση σε όλους αυτούς τους δημοσιογράφους που τον περασμένο καιρό πολεμούσαν δολίως τον ΣΥΡΙΖΑ στοχεύοντας στην αφέλεια των τηλεθεατών.

    Πρωτίστως όμως τα πάνελ αυτά είναι το πρόσφορο έδαφος για την αρχή της συναναστροφής των στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ, αδιάφθορων μέχρι σήμερα, με τους ανθρώπους της διαπλοκής, πρώτα με τους δημοσιογράφους και ύστερα με όλους τους εκδότες και μεγαλοεργολάβους που υπονομεύουν την Ελλάδα.

    Ως υπουργοί τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ μπορούν να αξιοποιήσουν τις συνεντεύξεις τύπου στα υπουργεία κάνοντάς τες συχνότερα. Έτσι, μέσω εντός ενός θεσμικού πλαισίου, θα δίνουν ίσες ευκαιρίες σε όλους τους δημοσιογράφους να ρωτούν την κυβέρνηση κι οι θέσεις τους θα εκφράζονται ξεκάθαρα. Κυρίως όμως αποφεύγοντας ήδη από τώρα την καθημερινή έκθεση στα κανάλια δεν θα αναπτύξουν ποτέ εξάρτηση απ’ αυτά και από τους διαπλεκόμενους ιδιοκτήτες τους. Κι οι κίνδυνοι είναι τόσο μεν μην αντικατασταθεί η ενημέρωση των πολιτών πάλι από τα κανάλια καθορίζοντας τα θέματα και παρακάμπτοντας τις θεσμικές συνεντεύξεις τύπου, όσο δε κυρίως η πνευματική συναναστροφή με τον κόσμο της διαπλοκής στην Ελλάδα, η πεμπτουσία του οποίου είναι οι ιδιοκτήτες κι οι δημοσιογράφοι των καναλιών. Διότι η κυβέρνηση του Τσίπρα εξελέγη με σύνθημα, μεταξύ άλλων, την καταπολέμηση της διαπλοκής· και πώς θα πολεμήσεις κάτι με το οποίο κινδυνεύεις να αρχίσεις καθημερινούς δεσμούς φιλίας;

    Μέχρι στιγμής ελπίζω ότι η διαφορετική ιδεολογία τους δεν θα επιτρέψει να αναπτύξουν σχέσεις με την διαπλοκή.

    39.671440 20.855284

  • Μετά τις εκλογές, έρχονται οι επιλογές

    Δημήτρης Παυλόπουλος
    29 Ιανουαρίου 2015

    Featured image

    Οι πρώτες μέρες πέρασαν μετά την θριαμβευτική (για τα σημερινά δεδομένα) εκλογή του ΣΥΡΙΖΑ και όλα κύλησαν ομαλώς. Οι συντάξεις καταβλήθηκαν στην ώρα τους, τα σούπερ-μάρκετ είχαν χαρτιά υγείας, τα ΑΤΜ έδιναν χρήματα και ο ήλιος συνέχισε να κινείται από την ανατολή στη δύση. Η νέα κυβερνητική σύνθεση, ασχέτως αν αποτελεί μια οριακή συνεργασία μεταξύ δεξιάς και αριστεράς που βρίσκει το σημείο επαφής στον όρο αντιμνημόνιο, φαίνεται να μιλά συγκροτημένα και συγκεκριμένα επί σημαντικών προβλημάτων της κοινωνίας και του λαού.

    Πρώτα θετικά δείγματα γραφής, αποτελούν οι εξαγγελίες του αρμόδιου υπουργού για την επιστροφή 3500 υπαλλήλων του δημοσίου, μεταξύ των οποίων οι καθαρίστριες του υπουργείου οικονομικών και οι σχολικοί φύλακες. Άλλα τέτοια δείγματα αποτελούν οι αναφορές για πάγωμα των συντάξεων και των μισθών, για επιστροφή της 13ης σύνταξης και των επικουρικών στους χαμηλοσυνταξιούχους. Επιπλέον, η κατάργηση της τράπεζας θεμάτων, οι επιστροφή των διοικητικών υπαλλήλων στα ΑΕΙ, που εδώ και ενάμισι χρόνο υπολειτουργούν ως προς τα διοικητικά τους καθήκοντα, αλλά και η ανάκληση όλων των ιδιωτικοποιήσεων, μαζί και της μικρής ΔΕΗ, των αεροδρομίων και των λιμανιών, όλα δείχνουν ότι κάτι επιχειρείται να αλλάξει σε αυτή τη χώρα.

    Κάτι, έστω και ελάχιστο, μπροστά στο πάνοπλο οικονομικό σύστημα που γεννά τη φτώχεια, την ανεργία, την εκμετάλλευση και είτε συνεπάγεται μνημόνια είτε όχι. Φυσικά, ακόμη και αυτά τα ελάχιστα δεν είχε επιχειρήσει να υλοποιήσει η προηγούμενη κυβέρνηση, μια κυβέρνηση που ακροβατούσε στα όρια του νεοφιλελευθερισμού, της βαρβαρότητας και ενίοτε του φασισμού. Μια κυβέρνηση που όταν δεν νομοθετούσε αντιλαϊκά μέτρα, κινδυνολογούσε σε έσχατο σημείο, δια στόματος μάλιστα πρώην αδέσμευτων δημοσιογράφων. Μια κυβέρνηση, της οποίας ο πρωθυπουργός δεν είχε το σθένος να παραδώσει, ως είθισται, τη θέση του στον επόμενο.

    Και ο λόγος που η προηγούμενη κυβέρνηση, όχι μόνο προσπάθησε και κατά ένα μέρος το πέτυχε να ξεπουλήσει τα πάντα και να συρρικνώσει στο μέγιστο δυνατό βαθμό το δημόσιο, ήταν γιατί αυτό επιτασσόταν από τους ξένους εταίρους και από το ληστρικό κεφάλαιο. Με άλλα λόγια, οι Έλληνες τραπεζίτες δε θα μπορούσαν να λάβουν ως ανακεφαλαιοποίηση 250 δις ευρώ (την τελευταία τριετία), ποσό που γράφτηκε λογιστικά στον προϋπολογισμό και πληρώθηκε ως προς τα χρεολύσια και τους τόκους του από τον ελληνικό λαό, αν δεν είχαμε μνημόνια, δηλαδή φόρους, λιτότητα, φτώχεια, ανεργία. Ακόμη, ακόμη, η γερμανική ελίτ των τραπεζιτών δε θα μπορούσε να είχε κερδίσει 70 δις ευρώ από τα «δανεικά» που λαμβάνουμε τα τελευταία τρία χρόνια, αν οι κυβερνήτες μας δεν υπέγραφαν δανειακές συμβάσεις και μεσοπρόθεσμα προγράμματα προσαρμογής.

    Άρα, για να τα συνοψίσουμε, κάθε άνεργος κάθε άστεγος κάθε φτωχός και ανασφάλιστος είτε στο σήμερα, είτε στο μέλλον, να ξέρει ότι αντιστοιχεί σε μερικά εκατομμύρια ευρώ στην τσέπη μιας χούφτας τραπεζιτών. Αν αυτό λέγεται δικαιοσύνη, προτιμώ να είμαι άδικος και ενάντιος σε αυτή την πολιτική. Είναι πολυτέλεια για τον καπιταλισμό του 21ου αιώνα, που άλλοτε ήταν ή παρουσιαζόταν από τους θιασώτες του, ως η γη και το σύστημα της επαγγελίας (τα χρυσά κουτάλια) να ζητάς ένα πιάτο φαΐ για τα 700.000 παιδιά που υποσιτίζονται, να ζητάς δουλεία για τους 1.300.000 ανέργους, να ζητάς ρεύμα για τα 300.000 σπίτια που δεν έχουν, να ζητάς ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και νοσοκομεία, να ζητάς σχολεία και πανεπιστήμια δημόσια και δωρεάν, να ζητάς να ζήσεις χωρίς να το χρωστάς στην ευγενή καλοσύνη κάποιου τραπεζίτη ή αρπακτικού που από τη μία θλίβεται με την εικόνα των ανθρώπων που τρώνε από τα σκουπίδια και από την άλλη ζητάει και άλλα μέτρα.

    Όλα αυτά καλείται να αντιμετωπίσει η κυβέρνηση της κοινωνικής σωτηρίας, όπως αποκαλείται από τα μέλη της. Όλα αυτά οφείλει να λύσει μια κυβέρνηση που σέβεται αυτόν που την εξέλεξε, τον ελληνικό λαό. Όμως εδώ γεννάται το ερώτημα, αν μπορεί μια κυβέρνηση να περάσει από το στρατόπεδο της διαφθοράς, της διαπλοκής, των μέτρων λιτότητας και των συνεπειών όχι της ανθρωπιστικής (όπως επιμένει ο ΣΥΡΙΖΑ) αλλά της καπιταλιστικής κρίσης, στο αντίπερα στρατόπεδο της αξιοπρέπειας, της δικαιοσύνης, της ελευθερίας, χωρίς να βρέξει τα πόδια της. Αν, δηλαδή, μπορούμε να σωθούμε από αυτόν τον τυφώνα της λαϊκής και κοινωνικής καταστροφής χωρίς να χτυπήσουμε τη ρίζα του προβλήματος που δεν είναι άλλη από το σύστημα του καπιταλισμού σε οποιαδήποτε εκδοχή και αν εμφανίζεται, είτε ως σοσιαλδημοκρατία, είτε ως νεοφιλελευθερισμός. Την απάντηση την έχει δώσει εδώ και αιώνες, η ελληνική μυθολογία με τους άθλους του Ηρακλή και συγκεκριμένα με αυτόν της Λερναίας Ύδρας.


  • Για ποια αριστερά μιλάμε;

    Δημήτρης Παυλόπουλος
    23 Ιανουαρίου 2015

    Η ενότητα της αριστεράς είναι το μόνο αντίδοτο στην καπιταλιστική νόσο που εξαπλώνεται ταχύτατα και πλήττει βάναυσα κάθε υγιή κοινωνικό ιστό. Μόνο με μετωπική συμπόρευση όλων των δυνάμεων της αριστεράς και με πυξίδα μία άλλη κοινωνία, μπορεί ο λαός να σπάσει τα δεσμά του. Δυστυχώς ο ΣΥΡΙΖΑ έχοντας ξεπουλήσει το όποιο αριστερό παρελθόν του και δράση του, έχοντας απωλέσει ακόμα και την όποια αριστερή ρητορική των προηγούμενων χρόνων, μιλά για αταλάντευτη ευρωπαϊκή και ιμπεριαλιστική πορεία και στάση διαπραγμάτευσης απέναντι σε αυτούς που όπως έλεγε ο Μπρεχτ αρπάζουν το φαΐ από το τραπέζι και τώρα ζητάνε θυσίες.

    Το ΚΚΕ, από την άλλη, παραδομένο σε έναν ατέρμονο δογματισμό, καθηλωμένο στις ιστορικές του δάφνες, αρκείται σε μία κριτική στάση απέναντι στην ιστορική του πορεία και σε μία αρνητική και ενίοτε κουραστική άρνηση οποιασδήποτε συνεργασίας με οποιουσδήποτε όρους. Με άλλα λόγια, η αιτία της αδιαλλαξίας του ΚΚΕ απέναντι στα ομολογουμένως θεατρικά κελεύσματα του ΣΥΡΙΖΑ, με σκοπό να εξασφαλιστεί αριστερός ψάλτης στην επικήδεια ψαλμωδία του λαού, είναι η αδυναμία του να βρεθεί σε μία ξένη κατάσταση, να βρεθεί μπροστά από τις εξελίξεις και να αναλάβει δυσβάσταχτες ευθύνες.

    Θυμίζω, ως προς αυτό, την άρνηση του ΚΚΕ για κυβέρνηση συνεργασίας, το 2012, όταν ο ΣΥΡΙΖΑ υποσχόταν την επιστροφή των κοινωνικών και οικονομικών δεδομένων του 2009. Πράγμα το οποίο επιβεβαίωσε ακούσια και ένα από τα βασικά στελέχη του ΚΚΕ, ο Θανάσης Παφίλης, ο οποίος σε πρόσφατη δημόσια δήλωση του, είπε ότι θα σκεφτόμασταν πολύ σοβαρά μια συνεργασία που θα εγγυόταν την επιστροφή των συνθηκών του 2009, σκέψη που ξόρκιζαν με τον πιο κατηγορηματικό τρόπο, όταν είχε τεθεί επί τάπητος, λίγο μετά τις εκλογές του 2012.

    Αν, λοιπόν, το 2012 το ΚΚΕ έβρισκε ως πρόφαση για την άρνηση της συνεργασίας του με τον ΣΥΡΙΖΑ, το κακό ιστορικό προηγούμενο συμμετοχής και άλλων κομμουνιστικών κομμάτων σε αστικές κυβερνήσεις, με αποτέλεσμα την εξαέρωση αυτών, απαλείφοντας, όμως, τις διαφορετικές συνθήκες που συνέτρεχαν στην περίπτωση παραδείγματος χάρη, της συμμετοχής του ιταλικού κομμουνιστικού κόμματος σε κυβέρνηση συνεργασίας που τάχθηκε υπέρ των βομβαρδισμών του ΝΑΤΟ στη Σερβία και αλλού. Σήμερα, το ΚΚΕ, έχει κάθε δικαίωμα και χρέος να αρνείται επιτακτικά την όποια κυβερνητική σχέση με ένα κόμμα που επαγγέλλεται ότι θα αλλάξει την Ευρώπη και τον κόσμο, ολόκληρο, και το μόνο που μέχρι στιγμής έχει αλλάξει είναι τον ίδιο του τον κομματικό χαρακτήρα και μάλιστα προς το χειρότερο, ως προς τις λαϊκές διεκδικήσεις και αναγκαιότητες.

    Ωστόσο όλες οι παραπάνω κομματικές αγκυλώσεις του ΚΚΕ πρέπει να σταθμιστούν με την κοινωνική πραγματικότητα. Με την εικόνα των ανέργων, των φτωχών, των εξαθλιωμένων συνταξιούχων, των καταχρεωμένων νοικοκυριών, των ανασφάλιστων, των κλειστών νοσοκομείων, επιχειρήσεων. Με την γενικότερη εικόνα της κοινωνικής αποσύνθεσης ως αποτέλεσμα της βαθύτατα ταξικής οικονομικής κρίσης που έχει τσακίσει εδώ και πέντε χρόνια τα χαμηλά και μεσαία στρώματα και έχει χαρίσει παράλληλα τεράστια ποσά στο μεγάλο κεφάλαιο.

    Το ΚΚΕ έχει ιστορικό χρέος να διαφυλάξει την τιμή και την υπόληψή του, η οποία σέρνει χιλιάδες νεκρών στη σημαία της, αλλά από την άλλη έχει ιστορική ευθύνη να αναλάβει τη λύτρωση των Ελλήνων εκείνων που αργοπεθαίνουν βασανιστικά στην ευρωπαϊκή κόλαση που κάποτε αυτοί που υπέγραφαν τα μνημόνια, την βάφτιζαν και την παρουσίαζαν ως παράδεισο. Ο μόνος παράδεισος είναι αυτός όπου ο άνθρωπος θα μπορεί να ζήσει αξιοπρεπώς, θα απολαμβάνει στοιχειώδεις κοινωνικές παροχές με δημόσιο και δωρεάν χαρακτήρα (όπως υγεία, παιδεία, ασφάλιση, εργασία, δικαιοσύνη), θα μπορεί να απολαμβάνει αυτό που παράγει, στο χρόνο που το παράγει και χωρίς να χρειάζεται την «αναγκαία» συνδρομή της αόρατης χείρας της αγοράς και των τραπεζών που μόνο αόρατη δεν είναι στις μέρες μας.

    Για να ξεκινήσει, όμως, η αντίστροφη μέτρηση για την ανατροπή του πιο αντιδημοκρατικού και αντιλαϊκού καθεστώτος που ιστορικά έχει συμβιώσει πολλές φορές με ολοκληρωτικά και φασιστικά καθεστώτα και κυβερνήσεις, πρέπει σύσσωμη η αριστερά να βρεθεί προ των ευθυνών της και της ιστορίας της. Η θέση της αριστεράς δεν είναι ούτε στα ευρωπαϊκά και κεφαλαιακά λόμπι και τραπεζικά κέντρα εξουσίας, ούτε σε δαφνοστολισμένα κομματικά γραφεία, σφραγισμένα και απομονωμένα από το λαό.

    Η θέση της αριστεράς είναι στο πλευρό του κόσμου και στον παλμό των προβλημάτων του. Μόνο με αυθεντικές αριστερές συνεργασίες μπορούμε να μιλάμε για ελπίδα και σωτηρία. Μέχρι τότε κουράγιο, γιατί τα χειρότερα, δυστυχώς, έρχονται…


Προηγούμενα
1 … 11 12 13 … 18
Επόμενη σελίδα
ΣΚΕΛΕΤΟΣ.

Προσωπική ιστοσελίδα απόψεων

skeletosblog@yahoo.gr

 

Φόρτωση σχόλιων...
 

    • Εγγραφή Εγγεγραμένος
      • ΣΚΕΛΕΤΟΣ.
      • Έχεις ήδη λογαριασμό στο WordPress.com; Συνδέσου τώρα.
      • ΣΚΕΛΕΤΟΣ.
      • Εγγραφή Εγγεγραμένος
      • Δημιουργία λογαριασμού
      • Σύνδεση
      • Αναφορά περιεχομένου
      • Δείτε τον Ιστότοπο στον Αναγνώστη
      • Διαχείριση συνδρομών
      • Σύμπτυξη μπάρας