Σκελετος.

Tag: πανεπιστήμια

Η κρίση στα ελληνικά πανεπιστήμια

by Δημήτρης Παυλόπουλος

Το ζήτημα των πανεπιστημίων είναι ένα από τα καυτά θέματα κάθε κυβερνητικής θητείας, το οποίο όμως ποτέ δεν επιλύεται, πάντα επουλώνεται και κάθε χρόνο η πληγή ξανανοίγει και δε φτάνει μόνο αυτό, αλλά γίνεται και βαθύτερη. Η τριτοβάθμια παιδεία είναι θύμα της συσσωρευμένης πολιτικής που στόχο έχει να απαξιώσει και να νεκρώσει τον ζωντανότερο ιστό της κοινωνίας. Όχι μόνο τα τελευταία 4 χρόνια, οπότε η κατάσταση έχει γίνει τραγικότερη όσο ποτέ, μετά και την τελευταία μαρτυρική περίοδο του Σεπτεμβρίου, με το άδικο και προσβλητικό προς τους εργαζόμενους και την πανεπιστημιακή κοινότητα, μέτρο της διαθεσιμότητας των διοικητικών υπαλλήλων, αλλά και παλαιότερα δεν δινόταν η απαιτούμενη προσοχή προς τα ιδρύματα.

Αυτό είχε ως αποτέλεσμα, αφενός την μεγάλη ψαλίδα μεταξύ ζήτησης και προσφοράς εργασίας, αφετέρου την ένταση εκείνων των φωνών που ζητούν την ιδιωτικοποίηση της τριτοβάθμιας εκπαίδευσης κατά τα ξένα πρότυπα και με τρόπο παρόμοιο με αυτόν που ακολουθήθηκε στο πεδίο των άλλων δύο βαθμίδων (ιδιωτικά σχολεία).

Ωστόσο, εμπειρικά σκεπτόμενος καταλήγω στο συμπέρασμα ότι η ιδιωτική παιδεία (περιορισμένη στις δύο πρώτες βαθμίδες) κάθε άλλο παρά ωθεί την αναβάθμιση και της δημόσιας. Ειδικότερα δε, αν συνυπολογιστεί και το φαινόμενο της φροντιστηριακής εκπαίδευσης που έχει φτάσει στο σημείο να υποκαθιστά τον ρόλο του σχολείου στις δύο τελευταίες τάξεις του.

Η λύση δεν είναι να δημιουργήσουμε ένα πεδίο εκπαίδευσης αποκλειστικά για λίγους και πλούσιους, διότι με αυτόν τον τρόπο κατρακυλάμε αιώνες πίσω, σε εποχές που μόνο οι γόνοι ισχυρών οικογενειών μορφώνονταν και μόρφωναν όποιον άλλον επέλεγαν να «τιμήσουν» με το προνόμιο αυτό. Αντίθετα η λύση είναι να αντιμετωπίσουμε την παιδεία με στόχο την ποιοτική της αναβάθμιση, χωρίς να ταράσσουμε τους σύγχρονους πυλώνες της, δηλαδή την ελεύθερη και δωρεάν πρόσβαση σε αυτήν.

Χρειάζεται να ανοίξει ένας διάλογος, κυρίως με τους φοιτητές και τους καθηγητές για τις πραγματικές ανάγκες των πανεπιστημίων, χωρίς να λαμβάνονται υπόψη οι κυβερνητικές απαιτήσεις των περικοπών και της άγριας λιτότητας που έχουν καταντήσει τα πανεπιστήμια ανεπαρκή και ανάξια έργου. Αναλυτικότερα, πρέπει να αναζητηθεί ένα σχέδιο, όχι στα πρότυπα άλλων κρατών που έχουν άλλους ρυθμούς αλλά στα πλαίσια των αναγκών των μελών αυτής της πνευματικής κοινωνίας. Είναι τραγική η εικόνα διαλυμένων και βρόμικων κτηρίων, διαλέξεων κάτω από αφόρητη ζέστη ή κρύο (γιατί δεν επαρκούν τα αποθεματικά που κουρεύτηκαν στο PSI του 2011 επί υπουργίας Βενιζέλου) ή ακόμη το γεγονός ότι σε πολλά εργαστηριακά μαθήματα παρατηρούνται βασικές ελλείψεις που δυσχεραίνουν την διδασκαλία και αποξενώνουν και τον ίδιο τον φοιτητή από το γνωστικό του αντικείμενο.

Όλα αυτά και ακόμη περισσότερα πρέπει να συζητηθούν και να αντιμετωπισθούν, όχι ως φαινόμενα παρακμής που στρώνουν το έδαφος για αθρόες ιδιωτικοποιήσεις, αλλά ως βασικές ανάγκες εύρυθμης λειτουργίας των πανεπιστημίων. Η παιδεία, όπως και η υγεία, πρέπει επομένως να τεθούν σε πρώτο πλάνο, ίσως και να αποτελέσουν την αιτία για την αναμενόμενη και πολυπόθητη αλλαγή που επιτάσσουν οι συνθήκες, αλλαγή προς το καλύτερο και δικαιότερο. Ίσως και αυτός να είναι και ο φόβος της κυβέρνησης, ότι μία ισχυρή παιδεία μπορεί να ανατρέψει την πολιτική και τους πολιτικούς.

Advertisements

Ποιον τελικά ωφέλησαν ένα άρθρο και μία συνέντευξη για μία δεκαεπτάχρονη εθελόντρια στο Νεπάλ;

by Δημήτρης Μπούκας

Τόσο νωρίτερα αυτόν τον μήνα στην Καθημερινή, όσο και σήμερα το πρωί στον Σκάι, δημοσιεύθηκε η ιστορία μιας δεκαεπτάχρονης η οποία πήγε σ’ ένα ορφανοτροφείο του Νεπάλ για εθελοντική προσφορά.

Το άρθρο της Καθημερινής πραγματικά με βοήθησε να καταλάβω τις ανάγκες του Νεπάλ για ανθρωπιστική βοήθεια και πώς, αν ήθελα κι εγώ, θα μπορούσα να βοηθήσω τους κατοίκους του: «Μου αρέσει να ταξιδεύω και να μαθαίνω» λέει η δεκαεπτάχρονη. Αφού βρήκε, συνεχίζει, στο ίντερνετ το εθελοντικό πρόγραμμα μέσω ενός διοργανωτή οργανισμού, πλήρωσε 600 ευρώ για να πετάξει στο Νεπάλ και 340 για την συμμετοχή της, απ’ τα οποία 40 μόνο αποδόθηκαν στο ορφανοτροφείο. Ύστερα μάς διηγείται πώς η οργάνωση την ξέχασε στο αεροδρόμιο και άργησε να την παραλάβει, και πώς αυτή πανικοβλήθηκε πολύ. Έπειτα μάς αναφέρει την βόλτα της στα αξιοθέατα του Κατμαντού. Όταν πια έφτασε στο ορφανοτροφείο ήπιε με τα παιδιά πολύ τσάι. Μάς λέει τι ώρα πάνε τα παιδιά σχολείο και τι τρώνε· όταν δε αυτά είναι στο σχολείο, εκείνη διαγράφει απ’ τον κατάλογό της τα αξιοθέατα που επισκέφθηκε. Προς το τέλος μαθαίνουμε ότι η κοπέλα δεν θα δώσει πανελλήνιες αλλά θα σπουδάσει τέχνη στο εξωτερικό, πόσο την στηρίζουν οι γονείς της για να κάνει ταξίδια, και ότι πέρσι παρακολούθησε στην Οξφόρδη ένα πρόγραμμα τέχνης, ομοίως το Πάσχα στην Κωνσταντινούπολη, ενώ πέρασε το καλοκαίρι της στην Ισπανία—στα σύνορα με Πορτογαλία—προσφέροντας εργασία. Καταλήγει ότι πιθανόν άλλοι Έλληνες γονείς δεν θα στήριζαν έτσι την επιθυμία των παιδιών τους εξ αιτίας ενός μόνιμου φόβου για το άγνωστο.

Δυστυχώς, το άρθρο αυτό, όπως και την πρόσκληση της κοπέλας στον Σκάι, τα αντιλαμβάνομαι σαν μια προώθηση της καριέρας της. Πώς αλλιώς ανακάλυψαν στην Καθημερινή και τον Σκάι το ταξίδι και την προσφορά της και τι ουσιαστικό προσέφερε η δημοσιοποίησή τους; Ακόμα και το άρθρο είναι ανιαρό, μιας και ούτε γνώση της κατάστασης στο Νεπάλ προσφέρει, ούτε μας δείχνει πώς, αν θέλουμε, να προσφέρουμε κι εμείς, ούτε συγκινεί, ούτε ταξιδιωτικό ρεπορτάζ είναι, ούτε μας φέρνει εικόνες στο μυαλό.

Η υποψία μου ενισχύεται καθώς η κοπέλα θέλει να σπουδάσει στο εξωτερικό και το πρόγραμμα, αντί πανελληνίων, που ακολουθεί, το IB, θα την στείλει πιθανόν στην Βρετανία ή τις Ηνωμένες Πολιτείες. Τότε, μαζί με την αίτησή της, θα στείλει ένα γράμμα όπου θα περιγράφει τον εαυτό της και ύστερα θα δώσει συνέντευξη σε δυο τρεις καθηγητές του πανεπιστημίου στο οποίο δήλωσε. Για όλα αυτά, το ταξίδι της στο Νεπάλ είναι ένα άριστο ατού, ειδικά όταν (θα πει σ’ αυτούς που της παίρνουν συνέντευξη) στην Ελλάδα δεν υπάρχει πνεύμα εθελοντισμού, η ίδια ήταν εξαίρεση και γι’ αυτό την έβγαλε η τηλεόραση και την έγραψαν οι εφημερίδες. Φυσικά, οι καθηγητές αυτοί ακούνε τέτοιες ιστορίες εθελοντισμού συνεχώς, παρά ταύτα ίσως ακόμη εξακολουθούν να λογίζονται διότι έχουν γίνει προαπαιτούμενες.

Αυτό που τελικά με έκανε να γράψω αυτό εδώ δεν είναι η μομφή κατά της ίδιας της εθελοντικής πράξης της κοπέλας, μη τυχόν δεν αγάπησε αυτό που έκανε παρά μόνο το έκανε για το βιογραφικό της, διότι ίσως όντως ωφέλησε αυτά τα 21 παιδιά του ορφανοτροφείου του Νεπάλ. Ούτε κατά της πρακτικής των αγγλοσαξονικών πανεπιστημίων να απαιτούν τέτοιες δραστηριότητες, όχι μόνο διότι δεν με αφορούν για την ζωή μου στην Ελλάδα, αλλά διότι πάλι ωθούν ορισμένους να βοηθήσουν όσο γίνεται όταν ίσως δεν θα βοηθούσαν καθόλου. Με ενοχλεί όμως η υποκρισία των δημοσιογράφων να παρουσιάζουν την ιστορία αυτή σαν κάτι εκτός νόρμας και εξαιρετικό. Διότι πολλοί γονείς—παρά τι ισχυρίζεται η κοπέλα—θα άφηναν το παιδί τους να πάει στο Νεπάλ με 1500 ευρώ και ταυτοχρόνως να ωθήσει τις πανεπιστημιακές του σπουδές βλέποντας ένα εξωτικό μέρος, αν είχαν τα χρήματα και δεν χρειάζονταν φροντιστήρια για όποιους δίνουν πανελλήνιες. Τέλος κατακρίνω την απόφαση της κοπέλας να βγει στην τηλεόραση και να παρουσιάσει στους Έλληνες ως ανδραγάθημα κάτι που αφορά αυτήν και την καριέρα της.