Σκελετος.

Tag: μεταφράσεις

Το Κατά Ματθαίον πάθος του Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ

by Δημήτρης Μπούκας

Το Κατά Ματθαίον πάθος του Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ παίχτηκε πρώτη φορά στον ναό του Αγίου Θωμά της Λειψίας την Μεγάλη Παρασκευή του 1727. Λίγα είναι βέβαια για την διαδικασία της σύνθεσης του Πάθους, πάντως ο Μπαχ έκανε τροποποιήσεις μέχρι το 1746. Το Κατά Ματθαίον πάθος είναι το δεύτερο και μεγαλύτερο πάθος του Μπαχ που σώζεται, μαζί με το Κατά Ιωάννην πάθος του 1724.

Τα πάθη του Μπαχ είναι θρησκευτικά ορατόρια τα οποία εξιστορούν τις τελευταίες στιγμές της ζωής του Ιησού, από τον Μυστικό Δείπνο μέχρι τον ενταφιασμό. Στο Κατά Ματθαίον πάθος, ο ευαγγελιστής, δηλαδή ο αφηγητής ο οποίος παραδοσιακά είναι τενόρος, εξιστορεί με ρετσιτατίβα, δηλαδή με γρήγορη μουσική απαγγελία, τα δύο προτελευταία κεφάλαια, κστ΄ και κζ΄, του Κατά Ματθαίον Ευαγγελίου κατά την μετάφραση του Μαρτίνου Λούθηρου στα γερμανικά. Τα λόγια του Ιησού, των μαθητών, των αρχιερέων, του Πιλάτου και άλλων προσώπων τραγουδούν τραγουδιστές. Τις φωνές των πληθών και των όχλων τραγουδούν δύο χορωδίες. Πέραν του κειμένου του Ευαγγελίου, το Πάθος περιέχει ρετσιτατίβα και άριες, που τραγουδούν οι σολίστες, και χορωδιακά· τα κείμενα αυτών των μερών έχει γράψει ο ποιητής Christian Friedrich Henrici, γνωστός με το ψευδώνυμο Picander. Τέλος, περιέχει και χορικά τα οποία είναι ύμνοι με μελωδίες συντεθειμένες από παλαιότερους συνθέτες και τα οποία ήταν γνωστά στο εκκλησίασμα που τα τραγουδούσε μαζί με την χορωδία. Το αποτέλεσμα της δομής του έργου με τους έντονους διαλόγους, τις ανατριχιαστικές χορωδίες των όχλων και τις άριες που σχολιάζουν την δράση, είναι ότι θυμίζει περισσότερο όπερα παρά ένα συμβατικό ορατόριο. Το Κατά Ματθαίον πάθος είναι ό,τι κοντινότερο έχει γράψει ο Μπαχ σε όπερα, δεδομένου ότι το συμβούλιο της πόλης της Λειψίας, του οποίου ο Μπαχ ήταν υπάλληλος, απαγόρευε οπερατικά στοιχεία σε θρησκευτικά έργα. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »

Advertisements

Διάκοσμος και έγκλημα

by Δημήτρης Μπούκας

Adolfloos.2

Ο Adolf Loos, περίπου 1904.

Το δοκίμιο Διάκοσμος και έγκλημα (γερμανικά: Ornament und Verbrechen) του Adolf Loos (1870–1933) δόθηκε πρώτα ως ομιλία το 1910 στην Βιέννη στον Ακαδημαϊκό Σύλλογο Λογοτεχνίας και Μουσικής (Akademischer Verband für Literatur und Musik). Το δοκίμιο κάνει σφοδρή επίθεση στον διάκοσμο επάνω σε καθημερινά χρηστικά αντικείμενα, όπως τα έπιπλα. Επιτίθεται κυρίως στον διάκοσμο της Σετσεσιόν (Secession), την αυστριακή δηλαδή Art Nouveau. Εν ολίγοις, γράφει ότι το στολίδι σε χρηστικά αντικείμενα είναι οπισθοδρομικό, όχι μόνο αισθητικά, διότι δεν προσφέρει τίποτα στον σύγχρονο άνθρωπο, αλλά και οικονομικά, ακριβώς διότι ο τεχνίτης που το φτιάχνει δεν πληρώνεται επαρκώς για τις ώρες εργασίας του. Επομένως, είναι εγκληματικό για την οικονομία, τόσο την εθνική όσο και την ατομική.

Το δοκίμιο πρωτοδημοσιεύθηκε το 1913 στο έντυπο Les Cahiers d’aujourd’hui στα γαλλικά. Μόλις το 1929 δημοσιεύθηκε πρώτη φορά στα γερμανικά, στην Frankfurter Zeitung. Συχνά αναφέρεται το 1908 ως το έτος συγγραφής, αλλά αυτό δεν φαίνεται να ισχύει. Μάλλον, ο τότε βοηθός του Loos και αρχιτέκτων, ο Heinrich Kulka, ανέγραψε το έτος 1908 στην Frankfurter Zeitung, είτε διότι ο Loos δεν θυμόταν καλά είτε ήθελε να φανεί ότι έχει την πρωτοκαθεδρία στην αντιπαράθεση με τους σετσεσιονιστές. Το 1908 αναπαράχθηκε ύστερα σε όλες τις επόμενες εκδόσεις. Εδώ, η μετάφραση στα ελληνικά είναι δική μου. Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου »