Σκελετος.

Tag: κριτική

Για το χριστουγεννιάτικο δέντρο των Ιωαννίνων

by Δημήτρης Μπούκας

Αν δεν είχε βγάλει ανακοίνωση το Κρατικό Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης της Θεσσαλονίκης για το χριστουγεννιάτικο δέντρο του Δήμου Ιωαννίνων, ίσως να μην σκεφτόμουν κι εγώ τι πήγε τόσο στραβά μ’ αυτό το δέντρο. Αλλά το Μουσείο είναι ένα σεβαστό ίδρυμα και η υπεράσπιση του δέντρου με ιντρίγκαρε.

Το δέντρο λοιπόν είναι εντελώς αποτυχημένο διότι είναι μια ευτελής και ελάχιστη απομίμηση ενός προταθέντος, τεράστιου και μνημειακού για τον Κομμουνισμό κτηρίου, η οποία επομένως αδυνατεί να προκαλέσει οποιοδήποτε συναίσθημα, γιορτινό, θαλπωρής, καλαισθησίας, απορίας, προόδου, επαναστατικότητας, ή οτιδήποτε άλλο, πέραν της ευτέλειας και της γελοιότητας. Όταν ο πύργος του Τάτλιν προοριζόταν να είναι ένας πύργος ακμαίας τεχνολογίας και ψηλότερος από τον πύργο του Άιφελ, το χριστουγεννιάτικο δέντρο των Ιωαννίνων κατάληξε να είναι χειρότερο από τον πύργο του Άιφελ των Φιλιατρών ή αυτόν έξω από το καζίνο στο Λας Βέγκας.

Γενικά, η θυσία της παραδοσιακής αισθητικής μας χάριν της μόρφωσης αυτών που θα είχαν θελήσει να μάθουν για τον Τάτλιν ίσως να άξιζε. Το συγκεκριμένο όμως δέντρο είναι ευτελέστατο και ελάχιστο, μία κακή απομίμηση. Ο κόσμος αντιλαμβάνεται την ευτέλεια και γελάει μ’ αυτήν για να μην τον πιάσει πλήξη. Το πείραμα επομένως όχι μόνο απέτυχε αλλά θεωρητικά θα μπορούσε να έχει αντίθετα αποτελέσματα.

Τέλος, πρόβλημα πλέον είναι ότι στην πλατεία δεν βρίσκεται και το ευτελές δέντρο-απομίμηση, αλλά μόνο αυτό. Ένα μοντέρνο έργο τέχνης, στο οποίο φορτώθηκε ένας μορφωτικός σκοπός που απέτυχε τελείως και αποτελεί ειρωνεία αν σκεφτούμε από πού είναι εμπνευσμένο, θα όφειλε πλέον να συνυπάρξει με κάτι που θα μπορούσε να πετύχει έναν σκοπό που θα είχε αναλάβει· για παράδειγμα, τον επιμορφωτικό ή πρωτοποριακό βάζοντας ένα πραγματικά μοντέρνο χριστουγεννιάτικο δέντρο-έργο τέχνης, ή αυτόν της γιορτινής θαλπωρής με το παραδοσιακό χριστουγεννιάτικο δέντρο.

Advertisements

Τα χρόνια της αθωότητας, μία κριτική

by Δημήτρης Μπούκας

Αφού περάσουν τα πέντε πρώτα ωραία λεπτά της παράστασης, κατά τα οποία γεμίζεις με καλή προσδοκία χάρη στην καλή απόδοση της αμηχανίας τριών γυναικών που συναντιούνται σε ένα σαλόνι, και στο ωραίο εφέ με τα μικρόφωνα στο τραπέζι που μεγέθυναν το ήχο του τσαγιού που σερβίρεται στο φλιτζάνι, κατακλύζεσαι από σκηνές σεξ τελείως κακοπαιγμένες και εσκεμμένα προσποιητές: σαν αυτές που κάνεις στο γυμνάσιο για πλάκα με τους φίλους σου. Η καλή απόδοση της αμηχανίας έγινε βαρεμάρα, κι η κάθε δυνατότητα της παράστασης να σοκάρει εξαχνίστηκε. Για την ακρίβεια, καθώς η πλοκή εξελίσσεται, αυτό που επί σκηνής είδα σταδιακά αποκτούσε όλο και περισσότερο μία αισθητική ελληνικού τηλεοπτικού σήριαλ, ύστερα βιντεοκασέτας του ’80 και τέλος Δελφιναρίου, με σαχλές σκηνές σεξ και αυνανισμού, σαχλές ατάκες, γέλια απ’ το κοινό, και δέκα λεπτά απραξίας επί σκηνής όπου από πίσω παίζουν λαϊκά. Τρολ; μάλλον κλισέ. Τελικά το έργο αποδείχθηκε κατάλληλο όχι μόνο για ανηλίκους αλλά και για νήπια, μιας και το μόνο προκλητικό που υπήρχε στον χώρο ήταν η αφήγηση που μας πληροφορούσε ότι ό,τι βλέπουμε είναι αιμομιξία· πέραν τούτου ουδέν.

Καλή απόδοση και χρωματισμός φωνής κατά την αφήγησή της από την Αλέξια Σαραντοπούλου και καλή μουσική επί σκηνής από Το κορίτσι κοιμάται.


Τα χρόνια της αθωότητας από τους Nova Melancholia, βασισμένο στην Αυτοκράτειρα του Δούκα Καπάνταη. Στην Στέγη Ιδρύματος Ωνάση, 11–26 Μαρτίου.