Σκελετος.

Tag: εκλογές

Δεύτερη φορά αριστερά, τρίτη φορά μνημόνια

by Δημήτρης Παυλόπουλος

Πάνε περίπου πέντε χρόνια από την θριαμβευτική νίκη του ΠΑΣΟΚ το 2010, όταν τα λεφτά που υπήρχαν, κλάπηκαν από τον ελληνικό λαό μέσα από το πρώτο μνημόνιο και τους εφαρμοστικούς νόμους αυτού. Ακολούθησε το δεύτερο μνημόνιο της δοτής κυβέρνησης Παπαδήμου, με την στήριξη και του ΠΑΣΟΚ αλλά και της ΝΔ και φτάνουμε στο σήμερα, με απώλεια της τάξης του 25% του ΑΕΠ και ένα χρέος που εκτινάχθηκε από το 121% του ΑΕΠ, στο 181%, με μία κυβέρνηση που ήρθε ως σωτήρια και απελευθερώτρια, να φέρνει με τον πιο χυδαίο και ανήθικο τρόπο, το τρίτο και χειρότερο μνημόνιο, που όχι μόνο συνεχίζει την προϋφιστάμενη πολιτική εξαθλίωσης και άγριας λιτότητας, αλλά την επιδεινώνει, την βαθαίνει και σαν να μην έφτανε μόνο αυτό, την βαφτίζει αριστερή, νέα, καινοτόμα και μεταρρυθμιστική.

Μόνο που για να μπαίνουν οι λέξεις στην σωστή σειρά , η έννοια της αριστεράς, του ριζοσπαστισμού, της καινοτομίας, ουδεμία σχέση είχε ποτέ της με τα μνημόνια, την ταξική βαρβαρότητα του κεφαλαίου, το ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας, την λεηλασία της κοινωνίας, την συντήρηση και διαιώνιση της κρατικοδίαιτης τάξης των ολιγαρχών, την συνέχιση των σκανδάλων διαφθοράς και άλλα πολλά σαν αυτά που γνωρίσαμε από τις προηγούμενες κυβερνήσεις.

Με άλλα λόγια, ο Τσίπρας, δεν αγωνίστηκε έχοντας όπλο και σύμμαχο τον ελληνικό λαό και τις αξίες της αριστεράς, αλλά σκηνοθέτησε μία διαπραγματευτική μάχη, εμπαίζοντας χυδαία και ταπεινώνοντας για μια ακόμη φορά τον ελληνικό λαό, ρωτώντας τον το βράδυ της Κυριακής της 5 Ιουλίου αν θέλει τα μνημόνια, εκείνος να απαντά ευθαρσώς όχι με 62% και μια εβδομάδα μετά να επιστρέφει την κατηγορηματική άρνηση του εκλογικού σώματος για νέο μνημόνιο, με την χειρότερη δυνατή συμφωνία ή καλύτερα με ένα ακόμη αντιλαϊκό μνημόνιο.

Όλη αυτή η καλοστημένη τραγωδία, κατασκευάστηκε για να μπορέσει η κυβέρνηση Τσίπρα να σερβίρει στην ελληνική κοινωνία, το νέο μνημόνιο με όσο το δυνατόν λιγότερες αντιδράσεις. Πράγματι, ως ένα μεγάλο βαθμό η κυβέρνηση το κατάφερε. Ο κόσμος δεν εξεγέρθηκε, δεν αντιστάθηκε, δεν αντέδρασε. Συν τοις άλλοις, τώρα ο Τσίπρας σε πλήρη συνεννόηση με τους ξένους δυνάστες μας, οδηγεί την χώρα σε εκλογές για να εκκαθαρίσει το κόμμα του από τους αντιφρονούντες και για να μπορέσει να σχηματίσει μια κυβέρνηση που θα έχει ως πυξίδα της την πιστή εφαρμογή των εφαρμοστικών νόμων του νέου μνημονίου.

Άραγε όμως γιατί ο Τσίπρας δεν μπόρεσε να διαπραγματευτεί έναν έντιμο συμβιβασμό, γιατί άραγε δεν κατόρθωσε να σκίσει τα μνημόνια, να πατάξει την φοροδιαφυγή, να κατάσχει το μαύρο χρήμα, να ελαφρύνει τις πλάτες των λαϊκών στρωμάτων από τα δυσβάσταχτα οικονομικά βάρη και να εφαρμόσει το ελάχιστο των δεσμεύσεων του; Γιατί στην ΕΕ αυτών των συσχετισμών δεν μπορείς να αναζητάς, πόσο μάλλον να επιβάλλεις φιλολαϊκές πολιτικές. Πιο απλά, δεν μπορείς να μιλάς για φοροδιαφυγή του μεγάλου πλούτου, στην Λαγκάρντ που ως υπουργός οικονομικών της Γαλλίας, παρέγραψε όλες τις φορολογικές παραβάσεις των βιομηχάνων, στον Σόιμπλε που είναι υπουργός κυβέρνησης που χρηματοδοτείται από τις μεγάλες βιομηχανίες της Γερμανίας, στον Ντάισεμπλουμ που κατηγορείται για οικονομικά σκάνδαλα, κατά την πρωθυπουργική του θητεία.

Το σύστημά τους είναι τέτοιο που δεν εξανθρωπίζεται, μόνο ανατρέπεται. Δεν καλλωπίζεται ο καπιταλισμός, παρά μόνο διαλύεται από τα διδάγματα και τις αξίες των ανθρώπων που διεκδικούν να βρουν το δίκιο τους, να ζήσουν σε μια δίκαιη κοινωνία. Μόνο ένα τέτοιο σχέδιο συνολικής ρήξης και αποδέσμευσης μπορεί να έχει και να πετύχει να έχει ως επίκεντρο τον άνθρωπο και τις ανάγκες του και όχι το κεφάλαιο και τις ορέξεις του.

Advertisements

Η ελπίδα δεν έρχεται

by Δημήτρης Παυλόπουλος

Κυριακή κοντή γιορτή, λένε, και πράγματι η Κυριακή πλησιάζει και μαζί της πλησιάζει και το τέλος της τρομολαγνίας και της άσκοπης κινδυνολογίας που ασκούν σε βάρος του λαού, εδώ και μερικές εβδομάδες, οι θιασώτες υποστηρικτές της συνενοχικής κυβέρνησης Σαμαρά–Βενιζέλου. Ξέρουν πολύ καλά, ότι ο ΣΥΡΙΖΑ, όχι μόνο δε θα δημεύσει την μεγάλη ακίνητη και κινητή περιουσία του ντόπιου κεφαλαίου, όχι μόνο δε θα εθνικοποιήσει τις τράπεζες, όχι μόνο δε θα καταργήσει τους 586 εφαρμοστικούς νόμους των μνημονίων, παίρνοντας πίσω τις χιλιάδες άδικες απολύσεις υπαλλήλων, μειώσεις και καταργήσεις μισθών και επιδομάτων, τα λουκέτα σε δημοσίους φορείς, αλλά αντίθετα δε θα πράξει ούτε ένα ελάχιστο μέρος από αυτά.

Το παραπάνω γνωρίζουν και τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ καθώς και ο κόσμος που θα στηρίξει μια πολύ πιθανή εκλογική νίκη του ΣΥΡΙΖΑ. Η νίκη αυτή μπορεί είτε να αναδείξει μια κυβέρνηση συνεργασίας, με κόμματα που αναδύθηκαν από το βούρκο του νοσηρού πολιτικού συστήματος και όχι με παρθενογένεση όπως ευαγγελίζονται οι πρωταγωνιστές τους, ακριβώς, για να εντείνουν την πιστή εφαρμογή των απαιτήσεων της τρόικας που δεν είναι άλλες από τις απαιτήσεις του κεφαλαίου. Είτε μία θριαμβευτική νίκη που θα εκφραστεί μέσα από μία αυτοδύναμη κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ.

Οι διαφορές όμως μεταξύ αυτών των δύο εκδοχών είναι ασήμαντες και ουδεμία σχέση έχουν με την κοινωνική πραγματικότητα της οξείας ταξικής αντιπαλότητας, στα πέτρινα χρόνια των μνημονίων και της βάρβαρης επέλασης του καπιταλισμού. Όλοι αντιλαμβανόμαστε ότι μία άλλη κυβέρνηση, προερχόμενη από τον ευρύ και συχνά ανεκτικό χώρο της αριστεράς, ενδεχομένως να προσφέρει μία αναιμική ανάπτυξη στα φτωχά λαϊκά στρώματα, ωστόσο δε θα μπορέσει κινούμενη και εκείνη στα βήματα της προηγούμενης ακροδεξιάς κυβέρνησης, στα μαύρα βήματα των επιταγών της ΕΕ, της ΕΚΤ, του ΔΝΤ, να φέρει την πολυπόθητη ανάπτυξη.

Είναι τελολογικό και απόλυτα κατανοητό ότι μία τέτοια κυβέρνηση που εξ αρχής πυροβολεί τα πόδια της και σέρνεται παρακαλώντας για βοήθεια στην πόρτα της ΕΕ και της κλεπτοκρατίας, δεν μπορεί παρά να ματώσει για να κάνει έστω και ένα ελάχιστο βήμα που και αυτό θα είναι πλήρως και απόλυτα ελέγξιμο και ανά πάσα στιγμή ανακλητό. Κανένας νοήμων νους δεν περιμένει από τον ΣΥΡΙΖΑ, να μειώσει το γιγαντιαίο ποσοστό της ανεργίας, της φτώχιας, της ανασφάλιστης εργασίας, της ανασφάλειας, της απόγνωσης. Και ο λόγος είναι απλός, ότι δεν μπορεί ένα κόμμα με σχετική ή απόλυτη πλειοψηφία να διεκδικήσει κάτι που ακόμη ούτε ο ίδιος ο λαός δεν τολμά να ψελλίσει.

Μετά από 5 πύρινα χρόνια παραμένουμε καθηλωμένοι, ενίοτε βολεμένοι, παραδομένοι σε αδιέξοδες και πρόχειρες ερμηνευτικές προσεγγίσεις της καθημερινής μας τραγωδίας, χωρίς ποτέ να εγείρουμε το πραγματικό ζήτημα που δεν είναι άλλο από την αντίσταση και την ανυπακοή. Δυστυχώς επανάσταση δεν γίνεται με ανάθεση. Και το κυριότερο δεν υπάρχει ακόμη πολιτικό κόμμα ικανό να δεχθεί ένα ορμητικό και αποφασισμένο επαναστατικό κύμα. Ένα κύμα που θα έχει τα χαρακτηριστικά της ρήξης με αυτές τις πολιτικές και τα πρόσωπα που μας κατάντησαν εδώ. Με μία οριστική διαγραφή των πρακτικών του παρελθόντος, με μονομερείς ενέργειες μιας παντοδύναμης λαϊκής κυβέρνησης που θα χτίσει από την αρχή το κοινωνικό κράτος που χρόνια μας τάζουν αλλά ποτέ δεν το είδαμε στην ολότητά του.

Η Ελλάδα δεν μπορεί να αναπτυχθεί στα πρότυπα του καπιταλισμού, όλα αυτά τα μέτρα είναι αποτέλεσμα μιας βάρβαρης προσπάθειας εφαρμογής ενός ξένου και αταίριαστου συστήματος. Ένα σύστημα που απαντάται ιστορικά σε μεγάλες παραγωγικές μονάδες και σε μία εξαθλιωμένη εργατική τάξη, δεν έχει θέση στη χώρα αυτή.

Η λύση στο χρόνιο και βίαια επιδεινούμενο πρόβλημα είναι η υιοθέτηση ενός ουδέτερου μοντέλου ανάπτυξης με γνώμονα τις λαϊκές ανάγκες και την κοινωνική πραγματικότητα που δεν αποτελεί απόρροια ούτε ανθρωπιστικής, όπως λέει ο ΣΥΡΙΖΑ, αλλά καπιταλιστικής κρίσης, ούτε φέρει κατά αποκλειστικότητα τα χαρακτηριστικά της Οχτωβριανής εξέγερσης του 1917 που δογματικά ψάχνει να βρει η κομμουνιστική αριστερά, αρνούμενη να δεχτεί τις θεμελιώδεις αλλαγές στη λειτουργία των σύγχρονων κρατών και στη σκέψη των σημερινών ανθρώπων.

Το παιχνίδι των εκλογών

by Δημήτρης Παυλόπουλος

Δύο εβδομάδες πριν τις έκτακτες εκλογές, ο ελληνικός λαός αναζητά κομματικό εκφραστή για να λυτρωθεί από την βαθύτατα αντιλαϊκή πολιτική Σαμαρά και λοιπών που υπαγόταν στην ευρύτερη πολιτική της ΕΕ και όλων των ενώσεων του ξένου και ντόπιου κεφαλαίου. Είναι η ίδια πολιτική που εδώ και χρόνια τροφοδοτεί με όπλα τον Ελεύθερο Συριακό Στρατό, μέρος του οποίου κατέληξε στην Αλ Κάιντα και την ίδια ώρα ενώνει τη φωνή της με τα εκατομμύρια λαού που ξεχύθηκαν, χωρίς δόλο, στους δρόμους του Παρισιού για να διαδηλώσουν έναντι στην τρομοκρατική επίθεση ισλαμιστών σε γαλλικό σατιρικό περιοδικό.

Αυτή η πολιτική που εκφράζεται με νεοφιλελεύθερα και σοσιαλδημοκρατικά προσωπεία είναι τόσο ξεδιάντροπη που εκείνη τη στιγμή που πιάνει ύπουλα το χέρι του λαού που διαδηλώνει, συναντάται με τους φασίστες για να μιλήσει για την τρομοκρατία και τους τρόπους αντιμετώπισής της. Και αναφέρομαι φυσικά στη συνάντηση Ολάντ με Λεπέν, λίγες ώρες μετά το τραγικό συμβάν που στοίχισε τη ζωή 12 ανθρώπων.

Αυτή η πολιτική που δε διστάζει να στέλνει στο θάνατο είτε κυριολεκτικό είτε μεταφορικό, εκατομμύρια αθώους ανθρώπους που αργότερα τους μετρά σε δείκτες ανεργίας, φτώχιας, ανασφάλειας. Την ίδια ώρα πλουτίζει ακόμη τη σάπια κοιλιά των ολιγαρχών που την στηρίζουν. Αυτοί που τα τελευταία πέντε πέτρινα χρόνια της κρίσης συνέχιζαν να πλουτίζουν.  Είναι οι ίδιοι που έφεραν στη δεύτερη θέση τη χώρα μας, ως προς το ρυθμό πλουτισμού των πολιτών της. Εκείνοι που η κυβέρνηση τούς καλεί εθελοντικά να συμμετάσχουν στα δημόσια βάρη, τη στιγμή που έχουν κατακλέψει τον λαό, που του έχουν φορτώσει τα 280 δις ευρώ που έλαβαν οι τράπεζες, που του έκλεισαν τα νοσοκομεία, τα σχολεία, του έκοψαν το ρεύμα, τη θέρμανση. Και ενώ τότε έλεγαν ότι τα έκαναν όλα αυτά για να μην πτωχεύσουμε, τώρα λένε ότι έγιναν επειδή είχαμε πτωχεύσει.

Και εκεί που είσαι έτοιμος να αναρωτηθείς αν πρέπει επιτέλους να αντιδράσεις και να ξεσηκωθείς, σπάζοντας τα δεσμά, που με την ανοχή σου σού έχουν φορέσει, έρχονται κόμματα και κινήματα με γνωστούς μαυρογιαλούρους και διαπλεκόμενους της εγχώριας πολιτικής και όχι μόνο σκηνής, που εμφανίζονται ως δήθεν νεοπολιτικοί ηγέτες που αποτάσσουν τον παλαιοκομματισμό, έχοντας στελεχώσει το κόμμα τους με ότι πιο βρώμικο και παλιό υπάρχει. Ένα από αυτά τα κόμματα είναι το Ποτάμι, το οποίο θέλει να μας αποδείξει πόσο έντιμο και καθαρό είναι, γι’ αυτό και φιλοξενεί τον φιλοφιλόσοφο Στέλιο Ράμφο, τον ύψιστο διανοητή της δημοκρατίας που διαφώτισε τους παρευρισκόμενους με τις γνώσεις του και τις απόψεις του. Μία από αυτές, η πιο ανιστόρητη και επικίνδυνη ήταν ότι η Χούντα άφησε μηδενικό χρέος. Πάλι καλά που δεν αναφέρθηκε στα ανοιχτά παράθυρα με τα οποία κοιμούνταν όλοι επί Χούντας.

Ένα άλλο, ίδιου ύφους, κόμμα, είναι η Τελεία. Και αυτό θολό ιδεολογικά, τουλάχιστον ως προς την ονομασία του και την πρώτη εικόνα, γιατί αν ακούσει κανείς τις απόψεις του επικεφαλής του περί της υγιούς ανάπτυξης και της επιθετικής πολιτικής που ακολούθησε η απερχόμενη κυβέρνηση έναντι του Λάτση και του Βαρδινογιάννη (μάλλον ο Γκλέτσος ήθελε, η κυβέρνηση κυριολεκτικά να χαρίσει το Ελληνικό), αντιλαμβάνεται τους σκοπούς που και αυτό το κόμμα εξυπηρετεί.

Αυτός ο προβληματισμός όμως δεν περιορίζεται μόνο σε επίπεδο κομμάτων αλλά και μεμονωμένων βουλευτών που έδειξαν ότι προς τον βιοπορισμό τους πάνε περίπατο οι κόκκινες γραμμές και οι ιδεολογικές διαφορές, άλλωστε η προεκλογική κινητικότητα βουλευτών μεταξύ των δυνητικά κομμάτων εξουσίας είναι ένα σύνηθες μεταπολιτευτικό φαινόμενο, που λόγω εποχής εκφράζεται εντονότερα.

Ας πούμε για παράδειγμα την κίνηση της Γκερέκου, η οποία 5 Ιανουαρίου εξέδωσε ανακοίνωση στήριξης στο ΠΑΣΟΚ και δύο μέρες μετά μετανάστευσε στη ΝΔ, ή ο Οικονόμου της ΔΗΜΑΡ που κατέληξε και αυτός στην ΝΔ. Για να μην μιλήσουμε φυσικά για τον τέως πρύτανη, Θεόδωρο Φορτάκη, ο οποίος έχει αφήσει μέσα στη βρωμιά και το κρύο το Πανεπιστήμιο Αθηνών, με τη δικαιολογία της έλλειψης πόρων (βέβαια βρήκε λεφτά μέσα σε μία εβδομάδα από την ανάληψη των καθηκόντων του για να προσλάβει σωματοφύλακες για τα γραφεία του) και τώρα εφόσον έδειξε τα διαπιστευτήρια του προς την πολιτική της κυβέρνησης, ανταμείβεται με τη θέση του επικεφαλής στο ψηφοδέλτιο της Επικρατείας της ΝΔ.

Και φυσικά είναι και οι πρωταγωνιστές του μνημονίου του 2010 που είχαν εξαφανιστεί το τελευταίο διάστημα, όχι από ντροπή αλλά, από ότι φάνηκε, για αναστοχασμό και διαλογισμό που τους οδήγησε με προεξέχουσα την ηγετική φυσιογνωμία του Γεώργιου Παπανδρέου, στο να ιδρύσουν το ΚΙΔΗΣΟ, ένα μείγμα από τα παλιά που έρχεται να αδράξει καμιά ψήφο από μία ευτυχώς μειοψηφία που παραμένει για τους δικούς τους ανεξήγητους λόγους αγκυλωμένη στους κόλπους του ΠΑΣΟΚ.

Και ενώ, λοιπόν, συμβαίνουν όλα αυτά, η αξιωματική αντιπολίτευση φαίνεται να κερδίζει κοινοβουλευτικό έδαφος έως και αυτοδυναμία και από 26 Ιανουαρίου να αναλαμβάνει τα ηνία αυτού του τόπου και αυτού του λαού. Ο ΣΥΡΙΖΑ, έρχεται, χωρίς όμως να πατά γερά στα ιδεολογικά του πόδια με αποτέλεσμα να μην προτείνει κάτι το πραγματικά φιλολαϊκό, κάτι το ρεαλιστικό για τα 6,3 εκατομμύρια φτωχών που τον ακούνε και κάποιοι εξ αυτών σκέφτονται να τον στηρίξουν. Η ηγεσία του ΣΥΡΙΖΑ, δεσμεύεται ότι θα ακολουθήσει έναν παραπλήσιο δρόμο με αυτόν που ακολούθησε η ΝΔ, όμως αν δεν αλλάξεις κατεύθυνση, πάλι στον ίδιο προορισμό θα φτάσεις. Αν δεν πετάξεις στα μούτρα των τραπεζιτών, των ευρωπαίων και διεθνών κορακιών, τα μνημόνια, τη φτώχεια, τη λιτότητα, και ό,τι αυτό συνεπάγεται, δε θα έρθει ποτέ η ανάπτυξη υπέρ του λαού, θα έρθει πάλι η ανάπτυξη που γνωρίσαμε και γνωρίζουμε, η ανάπτυξη των λίγων έναντι της εκμετάλλευσης των πολλών.

Αν θες να λέγεσαι αριστερά δεν συνομιλείς με δημίους, τους πυροβολείς με όπλο το λαϊκό κίνημα και τις διεκδικήσεις του που δεν είναι άλλες από αξιοπρέπεια, ανεκμετάλλευτη εργασία, ελευθερία, δικαιοσύνη. Δεν ζητάς να διαπραγματευτείς την κακοποίηση του λαού σου, αλλά απαιτείς την απελευθέρωση του με κάθε μέσο και τρόπο. Όσο όμως ο λαός δεν ανταποκρίνεται στο διαρκές κάλεσμα της ευρύτερης αριστεράς για αγώνα και όσο φτιάχνει κόμματα-διαπραγματευτές που θα του πετάξουν ψίχουλα, μέσα στο λιμό που βιώνει, και όσο η αριστερά δεν ακουμπά στη σύγχρονη πραγματικότητα αλλά περιμένει την πραγματικότητα να την συναντήσει σε κάποιον αβέβαιο χρονικό ορίζοντα, τόσο η επιθετικότητα του κεφαλαίου θα δυναμώνει, η καπιταλιστική κρίση θα βαθαίνει και ο λαός θα στρέφεται προς άλλες πιο ακραίες, δυστυχώς, επικίνδυνες και συστημικές πρακτικές…

Εκλογές: άμυνα του συστήματος ή επίθεση του λαού;

by Δημήτρης Παυλόπουλος

Η ανάγκη για εκλογές δεν προκύπτει από την λαιμαργία του ΣΥΡΙΖΑ για την κυβερνητική καρέκλα αλλά από την διαρκή και αποτυχημένη παρουσία της κυβέρνησης. Οι εκλογές ακόμη και μέσα στην κατευθυνόμενη δημοκρατία των μνημονίων και της λιτότητας, αποτελούν ίσως τη μοναδική διέξοδο για το κοινό αίσθημα. Ωστόσο, πρέπει να διευκρινιστεί και σε αυτήν την περίπτωση, η βάση υπό την οποία θα τεθεί μια εκλογική αναμέτρηση.

Είναι δεδομένο πλέον ότι η βάναυση ευρωπαϊκή πολιτική των φόρων, των περικοπών, της ανεργίας και εν γένει της κοινωνικής δυστυχίας κάθε άλλο παρά την ανάπτυξη φέρνει. Παράλληλα, η δυναμική των κομμάτων παρουσιάζεται η ίδια ή σχεδόν η ίδια. Εξάγεται επομένως το συμπέρασμα ότι, παρά την επιθετική πολιτική που ακολουθείται και αποδεδειγμένα είναι ατελέσφορη και ανυπόφορη, το εκλογικό σώμα δεν έλκεται από την αντίπαλη πρόταση (του ΣΥΡΙΖΑ ή των άλλων αριστερών κομμάτων), όχι τόσο λόγω της δημοσιογραφικής καχυποψίας έναντι της «άλλης οδού» που καθημερινά σπέρνεται από τα τηλεοπτικά παράθυρα με σκοπό να αγιοποιείται η «σωτήριος» πολιτική Σαμαρά και λοιπών, αλλά λόγω της εγγενούς αδυναμίας των αντιπολιτευόμενων προτάσεων.

Εξαιρουμένης φυσικά της πρότασης της Χρυσής Αυγής, η οποία αποτελεί την πιο ακραία, φασιστική έκφανση της πολιτικής που βιώνουμε, ασχέτως αν οι ίδιοι θέλουν να συστήνονται ως πατριώτες και αντιμνημονιακοί. Εξάλλου, είναι γνωστή η λατρεία και στήριξή τους προς το εφοπλιστικό και γενικά κάθε ντόπιο και ξένο ιμπεριαλιστικό και ληστρικό κεφάλαιο αλλά και ιστορικά αποδεδειγμένη από το παράδειγμα της χούντας ή του Γ΄ Ράιχ που τόσο πολύ θαυμάζουν.

Η έλλειψη πληρότητας των εναλλακτικών σχεδίων δράσης, εστιάζοντας κυρίως στον ΣΥΡΙΖΑ και στο ΚΚΕ, καθότι εκφράζουν πιο ολοκληρωμένες προτάσεις, απαλλαγμένες από φασιστικές και ψευδοπατριωτικές στρεβλώσεις, εντοπίζεται ακριβώς στο γεγονός ότι ο μεν ΣΥΡΙΖΑ αρκείται σε μια θολή αντιμνημονιακή γραμμή με ελάχιστα στοιχεία που να προσδίδουν μια κάποια αριστερή ταυτότητα, το δε ΚΚΕ παραμένει αγκυλωμένο σε μια άλλη εποχή, όπου οι συνθήκες ευνοούσαν και επέβαλλαν την εξέγερση και την ανοιχτή σύγκρουση, τότε που ο λαός ήταν μεν εξαθλιωμένος αλλά και πολιτικά συνειδητοποιημένος για τον τρόπο που πρέπει να απαντήσει, ενώ ταυτόχρονα υπήρχε μία κομματική ηγεσία ικανή και έτοιμη να αναλάβει το βάρος και την ευθύνη μιας ολόκληρης επανάστασης και ανατροπής ενός νοσηρού και αντιλαϊκού συστήματος, το οποίο παραλλαγμένο υφίσταται ως τα σήμερα.

Ερχόμενοι όμως στις ανάγκες του σήμερα, βλέπουμε ότι επιτάσσουν κάτι διαφορετικό, κάτι πολύ πιο εξελιγμένο και δύσκολο. Χωρίς να διαγράφω την σημασία της επανάστασης τόσο την ιστορική όσο και την πολιτική που αποδεδειγμένα κίνησε λαούς και συνειδήσεις προς κάτι καλύτερο, σήμερα που ο καπιταλισμός έχει εξ αντικειμένου απορρίψει την επίθεση δι’ όπλων και επιλέγει τη μέθοδο του οικονομικού πολέμου, η απάντηση πρέπει να είναι διαφορετική και δυστυχώς θα πρέπει να ξεκινήσει μέσα από το πεδίο βολής του ίδιου του συστήματος που αυτή τη στιγμή βρίσκεται σε πλεονεκτική θέση.

Οι εκλογές λοιπόν θα αποτελέσουν και πρέπει να αποτελέσουν (όποτε και αν γίνουν) μια ευκαιρία για την ιστορική συνάντηση όλων εκείνων των δυνάμεων που εχθρεύονται την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο και ζητούν έμπρακτα μια καλύτερη, δικαιότερη κοινωνία. Αυτές οι δυνάμεις πρέπει να συναθροιστούν από όλη την αριστερά που θα προτάξει ένα συγκροτημένο σχέδιο δράσης με στόχο την αποδέσμευση της χώρας από την συστημική λαίλαπα και την ολιγαρχική αδηφαγία των τραπεζικών συστημάτων (δηλαδή τη ραχοκοκαλιά του καπιταλισμού).

Οι επόμενες εκλογές πρέπει να αποτελέσουν αφετηρία ενός ξεσηκωμού, μίας αντίστασης, έστω και από τα μέσα του συστήματος, πράγμα που οφείλει να λάβει σοβαρά υπόψη της η αριστερά και να βρεθεί μπροστά στις εξελίξεις, ως εκφράστρια της κοινωνικής αγανάκτησης, ως κατευθυντήρια γραμμή της επιβαλλόμενης αντίστασης και ανυπακοής που επιβάλλουν οι ώριμες (πλέον) συνθήκες.