Σκελετος.

Κατηγορία: ΕΜΕΙΣ

Αίμα, τιμή, Νέα δημοκρατία και ξερό ψωμί

by Δημήτρης Παυλόπουλος

Συμπληρώθηκαν 12 χρόνια από την ημέρα που ο Κορκονέας δολοφόνησε τον νεαρό Γρηγορόπουλο στις γειτονιές της Αθήνας. Και το αστικό κράτος των Μητσοτάκη Χρυσοχοιδη, Γεωργιάδη και συν αυτώ παρατρεχάμενους όχι μόνο δεν κράτησε τα προσχήματα, όχι μόνο δεν προστάτεψε έστω και για τους τύπους το όνομα και την υπόληψη του παιδιού, αλλά μετέτρεψε την ημέρα (όπως άλλωστε ήταν αναμενόμενο από τις εξαγγελίες τους) σε ημέρα δόξας του Κορκονέα, σε ημέρα τιμής για το αστυνομοκρατούμενο κράτος της βίας και της καταστολής. Συνέλαβαν ΑΜΕΑ, εμπόδισαν απλούς πολίτες να τιμήσουν την μνήμη του παιδιού, ποδοπάτησαν λουλούδια από το σημείο της δολοφονίας (κάποτε η περιύβριση νεκρών ήταν βαρύτατο αμάρτημα), ενώ τραβολόγησαν εκατοντάδες κόσμο κάτω από ανύπαρκτα μέτρα ατομικής προστασίας και υγιεινής.

 Γι αυτούς δεν ισχύουν οι νόμοι, γι’ αυτούς δεν υπάρχει ο ιός. Άλλωστε το απέδειξαν και στην επέτειο του Πολυτεχνείου, στοιβαγμένοι κατά χιλιάδες χωρίς μάσκες οι αστυνομικοί επιχειρούσαν να επιβάλουν την νομιμότητα, την ίδια στιγμή που παρανομούσαν θέτοντας την  ζωή όλων σε κίνδυνο. Αυτοί και μπορούν να συλλαμβάνουν όποιον θέλουν, να βιαιοπραγούν ακόμα και μέσα στα σπίτια όποιων θέλουν (βλ. Ινδαρέ, φοιτητή στα Σεπόλια), αυτοί μπορούν να σκίζουν τα χώματα με μηχανές και ποδήλατα, χωρίς μέτρα. Αυτοί μπορούν να υπονομεύουν με τον πιο αναιδή και ανήθικο τρόπο την ζωή και την νοημοσύνη μας. 

Λένε ότι όλα αυτά τα κάνουν για να μας προστατέψουν. Γιατί δεν προσλαμβάνουν γιατρούς και νοσηλευτικό προσωπικο; και έπρεπε να περάσουν 10 μήνες από το ξέσπασμα της πανδημείας για να αρχίσουν με το σταγονόμετρο τις προσλήψεις, κάνοντας κατά κύριο λόγο μετακινήσεις προσωπικού από το ένα νοσοκομείο στο άλλο. Χαρακτηριστικό είναι μάλιστα ότι έφτασαν στο σημείο να απειλήσουν γιατρούς να συνδράμουν τις κλινικές covid, οι οποίοι δικαιολογημένα αρνήθηκαν λόγω έλλειψης στοιχειωδων γνώσεων και μέσων (αναφέρομαι σε οφθαλμιάτρους που η κυβέρνηση και το υπουργείο υγείας προσπάθησε μέσα σε ένα σαββατοκύριακο να τους μετατρέψει σε παθολόγους).  Φυσικά δεν μιλάμε για απλήρωτες υπερωρίες που εκκρεμούν από το πρώτο lockdown. Ούτε τα χειροκροτήματα δεν πλήρωσαν. Στήριξαν όμως την οικονομία. Έδωσαν 180 εκατομμύρια εφάπαξ και μη επιστρεπτέα στους παραχωρησιούχους δημοσίων έργων. Έδωσαν στα κανάλια 20 εκατομμύρια και που και που τους πετάνε και κάτι ψηλά για να μην ακούγονται οι απευθείας αναθέσεις ή οι βόλτες στην Πάρνηθα ή τα προβλήματα της τηλεκπαίδευσης ή τα προβλήματα στα νοσοκομεία ή τα προβλήματα στα μέσα μεταφοράς.

Έδωσαν επίσης στους ιδιοκτήτες ιδιωτικών κλινικών, αφού φυσικά τους είχαν διαβεβαιώσει ότι δεν υπήρχε περίπτωση να τους χρησιμοποιήσουν (όπως ο ίδιος ο Κικίλιας είχε δηλώσει στους εκπροσώπους τους τον περασμένο Σεπτέμβρη). Έδωσαν σε γνωστούς και φίλους, πλήρωσαν τους παρατρεχάμενους τους για να συνεχίσουν απτόητοι το δύσκολο έργο της οικονομικής μας εξαθλίωσης. Εν μέσω δευτέρου κύματος, παρεδώσαν την πρώτη κατοικία στις τράπεζες (νέος πτωχευτικός κώδικας πρώτη φορά και για ιδιώτες), έβαλαν την αστυνομία στα Πανεπιστήμια (μετά την σκηνοθετημένη επίθεση στην ΑΣΟΕΕ), πέρασαν αντεργατικά νομοσχέδια που επιτρέπουν ελεύθερα απολύσεις, απλήρωτες υπερωρίες και τηλεργασία. Παράλληλα έσπευσαν να διασώσουν για πολλοστή φορά τις τράπεζες, συμμετέχοντας σην αναδιάρθρωση της τράπεζας Πειραιώς που κατέρρευσε από το βάρος των ανεξόφλητων εφοπλιστικών δανείων.

Αυτά έκαναν και πολλά άλλα κάνουν και θα κάνουν. Δεν νοιάζονται για καμία υγεία και πολύ περισσότερο για την δημόσια. Ενδιαφέρονται στα πλαίσια μιας παγκόσμιας απαίτησης για την όλο και περισσότερο βάρβαρη καπιταλιστική μετάβαση όπου οι φτωχοί πρέπει να γίνουν περισσότεροι και φτωχότεροι και οι πλούσιοι λιγότεροι και πλουσιότεροι. Ο μόνος γνώμονας τους είναι η άνευ όρων παράδοση μας στην νέα υπερεθνική βαρβαρότητα. 

Έσβησε το αμερικανικό όνειρο

by Δημήτρης Παυλόπουλος

Δύο εικοσιτετράωρα μετρά η πολυπληθής κοινωνία της Αμερικής, μετά την εκλογή του νέου τους προέδρου, Ντόναλτ Τραμπ. Ενός προσώπου που δέχθηκε την μήνη πολλών αλλά κατάφερε τελικά να εκλεγεί στην προεδρεία των ΗΠΑ. Οι λόγοι που συνέτειναν στην θριαμβευτική του νίκη φυσικά και δεν αφορούν μόνο τις προεκλογικές εξαγγελίες του, σχετικά με την αύξηση των δημοσίων δαπανών και την δημιουργία θέσεων εργασίας ή την αύξηση του κατώτατου μισθού από τα 8,5 δολάρια στα 10 δολάρια την ώρα. Αυτό που κυρίως έστρεψε τους ψηφοφόρους στην λύση Τράμπ, ήταν η εναλλακτική λύση, αυτή της Χίλαρι Κλίντον. Λύση που διαφημίστηκε και υποστηρίχτηκε τουλάχιστον φαινομενικά από πολλά ευρωπαϊκά και όχι μόνο κράτη.

Ωστόσο, η επιλογή του κόμματος των Δημοκρατικών να τοποθετήσει ως υποψήφια την Χίλαρι Κλίντον ήταν μάλλον ατυχής. Η Κλίντον κουβαλούσε την αιματηρή για τους Ιρακινούς και πολυδάπανη για τους Αμερικανούς υπουργική της θητεία, ως υπουργός εξωτερικών. Κουβαλούσε επίσης τα φορολογικά σκάνδαλα επί της διαχείρισης των οικονομικών του ιδρύματος Κλίντον. Με άλλα λόγια ήταν μία στιγματισμένη πολιτική φιγούρα που αν συνυπολογίσουμε σε αυτήν και την κακή κατάσταση της υγείας της, δεν ενέπνεε καμία σιγουριά στα μάτια των εκλογέων.

Από την άλλη ο Τράμπ, ο κλασσικός Αμερικανός επιχειρηματίας που ξεγλιστρά για δεκαετίες μέσα από το ευνοϊκό νομικό και φορολογικό καθεστώς της χώρας του, που χρηματοδοτεί κόμματα και πρόσωπα, που πετυχαίνει να κάνει πράξη το αμερικανικό όνειρο, που προκαλεί με τον τρόπο ζωής του και με τα λόγια του, μπόρεσε παρά τον επιφανειακό πόλεμο που δέχθηκε να βγει πρώτος στην κούρσα της προεδρίας. Τον κατηγόρησαν για σεξιστικά σχόλια κατά των γυναικών, για ρατσιστικές εκδηλώσεις, για ανήθικες πράξεις, για σκάνδαλα φοροδιαφυγής και παρ’ όλα αυτά τον ψήφισαν. Μήπως λοιπόν, η Αμερική ήρθε πιο κοντά σε αυτό που αναζητούσε; Μήπως ο Τραμπ είναι το πρότυπο του μέσου Αμερικανού, όχι τόσο αυτού που κατοικεί στην Νέα Υόρκη, όσο αυτού που κατοικεί στο Τέξας και στην Νεμπράσκα; Μήπως η Αμερική εξέλεξε έναν πρόεδρο που πραγματικά της ταιριάζει; Για να απαντήσουμε στα ερωτήματα αυτά αρκεί μόνο να περιμένουμε μία πενταετία για να δούμε τι θα επιλέξουν οι Αμερικανοί στις επόμενες εκλογές.

Είναι, λοιπόν, πολύ δύσκολο να αξιολογήσει κανείς το αποτέλεσμα των αμερικανικών εκλογών, διότι πέραν του διαφορετικού πολιτικού συστήματος, οι υποψήφιοι παρά την φιλότιμη προσπάθεια τους να διαφοροποιηθούν, τελικά δεν κατάφεραν να αποδείξουν ότι δεν είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος.