Σκελετος.

Η μείωση του κράτους το μεγαλύτερο πρόβλημα στην ιδεολογία των Ελλήνων φιλελευθέρων

by Δημήτρης Μπούκας

Η εποχή ήρθε ώστε η διαφθορά, την οποία ακούω από την στιγμή που γεννήθηκα, και η διαπλοκή να καταστρέψουν την ζωή των κατοίκων της Ελλάδας. Τα υπεύθυνα γι’ αυτές κόμματα, το ΠΑΣΟΚ και η Νέα Δημοκρατία, λέγοντας συνεχώς ψέματα είναι δυστυχώς στην εξουσία και υποκρίνονται ότι προσπαθούν να σώσουν την Ελλάδα. Ήδη όμως το ΠΑΣΟΚ διαλύεται και η Νέα Δημοκρατία έχει, συν τοις άλλοις, γίνει τόσο ακραία δεξιά που, αν δεν αλλάξει, δεν αργεί η ώρα της. Μετά απ’ αυτά τα δύο κόμματα οι πολιτικές που ο κόσμος αντιλαμβάνεται ως πιθανότερες να βελτιώσουν την ποιότητα ζωής του είναι ο σοσιαλισμός και ο φιλελευθερισμός. Όσοι είναι κατά της κυβέρνησης μάλλον υποστηρίζουν ή τον έναν ή τον άλλον—ή τον κομμουνισμό, με τον οποίο δεν θα ασχοληθώ τώρα διότι το ΚΚΕ που κυρίως τον εκφράζει δεν φαίνεται να συμμετάσχει ποτέ στα πράγματα. Ο σοσιαλισμός λοιπόν τώρα στην Ελλάδα εκφράζεται κυρίως από τον ΣΥΡΙΖΑ και ο φιλελευθερισμός από το Ποτάμι και άλλα κόμματα. Δεχόμενος ότι οι άνθρωποι και των δύο κινημάτων έχουν αγαθές προθέσεις αναγνωρίζω ως μεγαλύτερο πρόβλημα στην ιδεολογία των φιλελευθέρων την ασυζητητί θεώρηση του κράτους ως κακού.

Η αποστροφή του κράτους οφείλεται στην τεράστια διαφθορά με την οποία το ΠΑΣΟΚ και η Νέα Δημοκρατία κυβέρνησαν, την στιγμή μάλιστα που πρώτο το ΠΑΣΟΚ αναβάθμισε τις υπηρεσίες που παρέχει το κράτος όπως η δωρεάν υγεία· ήδη ο δημιουργός εγκατέλειψε ό,τι εποίησε. Ύστερα οι ίδιοι μη παραδεχόμενοι επ’ ουδενί ότι φταίνε, άρχισαν αυξανόμενα να κατηγορούν την ίδια την ιδέα του κοινωνικού κράτους ώστε ο λαός έχει πέσει πλέον θύμα της πλύσης εγκεφάλου ότι το κράτος πρέπει μόνο να μειώνεται.

Έτσι, οι κάτοικοι της Ελλάδας αντιμετωπίζουν σήμερα τον μεγαλύτερο κίνδυνο για την ευημερία τους. Όλες σχεδόν οι πολιτικές κατά την κρίση, που με μεγαλύτερη βούληση όλων εφαρμόζει τώρα η Νέα Δημοκρατία, αποσκοπούν στην αλλαγή του οικονομικού μοντέλου της Ελλάδας από ένα παρόμοιο με αυτά των άλλων χωρών της Δυτικής Ευρώπης (εξαιρουμένου του Ηνωμένου Βασιλείου), σ’ ένα μοντέλο κακού και δυσλειτουργούντος καπιταλισμού όπως των κρατών της Νότιας Αμερικής, σαν της Παραγουάης. Γι’ αυτό μειώνονται οι αρμοδιότητες του κράτους και πωλούνται δεκάδες επιχειρήσεις και κεφάλαιά του, τα οποία, αν διαχειρίζονταν οι πολιτικοί καλά, θα έφερναν κέρδη που θα έμπαιναν στον προϋπολογισμό. Η επιτυχέστερη προπαγάνδα για τις πολιτικές αυτές είναι η ελπίδα ότι η δημιουργία μιας νέας αστικής τάξης αποτελούμενης από νέους, με όραμα και ζήλο, θα καταφέρει να παραγάγει τόσο κέρδος ώστε να αυξήσει το εθνικό ακαθάριστο προϊόν, να σώσει τα ταμεία με τις δουλειές που θα δώσει και να βελτιώσει την ποιότητα ζωής των φτωχών απλά και μόνο μέσω των φόρων, που θα ανταποδίδονται στους πολίτες.

Ταυτόχρονα όμως η κυβέρνηση διαφθείρει το κράτος που θεωρητικά θα μπορούσε να ελέγξει την διαδικασία αυτή, ώστε αυτομάτως η ελπίδα διαψεύδεται. Διότι για την σημερινή έλλειψη παραγωγής στην Ελλάδα δεν φταίνε ούτε η φορολόγηση των επιχειρήσεων, που η κυβέρνηση λέει ότι είναι υψηλή, αν και είναι παρόμοια με των ανεπτυγμένων κρατών του μεγέθους της Ελλάδας, ούτε οι μισθοί ούτε το μέγεθος του κράτους, αλλά κυρίως η διαπλοκή και η φτώχυνση της μεσαίας τάξης. Από την μεν διαπλοκή πλήττονται όσοι θα ήθελαν να στήσουν μεγάλες επιχειρήσεις, από την δε φτώχυνση όλες οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις και τα καταστήματα· διότι στην την Ελλάδα οι μόνοι επιτυχημένοι επιχειρηματίες είναι οι κατασκευαστές και δη οι εξ αυτών ιδιοκτήτες μέσων ενημέρωσης.

Τι είδους όμως κράτος υπερασπίζομαι; Ένα κράτος το οποίο θα κατέχει το σύνολο ή την μεγάλη πλειοψηφία των μετοχών των επιχειρήσεων που είναι οι πυλώνες της οικονομίας, όπως η ΔΕΗ, η ΕΥΔΑΠ, τα αεροδρόμια, τα λιμάνια και οι αυτοκινητόδρομοι. Σκοπός αυτών των εταιριών θα είναι το συμφέρον των κατοίκων της Ελλάδας και η κυβέρνηση θα μπορεί να έχει μεγάλη επιρροή στις αποφάσεις της επιχείρησης ακολουθώντας όμως νόμους αφιερωμένους στην λειτουργία κάθε επιχείρησης.

Δευτερευόντως, να κατέχει μέχρι και το 51% των μετοχών οποιασδήποτε και οποιουδήποτε είδους άλλης επιχείρησης ήδη έχει ή θελήσει να αποκτήσει. Μια τέτοια επιχείρηση θα διοικείται με κοινό ιδιωτικό δίκαιο και συμβούλιο το οποίο θα ορίζουν οι μέτοχοι. Σκοπός της θα είναι το κέρδος ώστε το 51% αυτού να μπαίνει στον προϋπολογισμό και η κυβέρνηση δεν θα μπορεί να έχει κανέναν άλλον λόγο πέραν των ψήφων της στο συμβούλιο. Υπό αυτές τις προϋποθέσεις τέτοιες επιχειρήσεις θα μπορούσαν να γίνουν ο ΟΠΑΠ, η Ελληνική Βιομηχανία Οχημάτων και τα Ελληνικά Αμυντικά Συστήματα. Αν τύχει και η απόλυτη πλειοψηφία του Δημοσίου εμποδίζει, για οποιονδήποτε λόγο, την ανάπτυξη της επιχείρησης, τότε ας πέσει το ποσοστό του στο 49% ή και κατώτερα αρκεί να η κερδοφορία να είναι μεγάλη. Για να αποδώσει όμως αυτή η πολιτική πρέπει το κράτος να μη διστάζει να κατέχει πολλές επιχειρήσεις, ακόμη και να ιδρύσει νέες αφού μελετήσει τις διεθνείς ανάγκες της αγοράς· και φυσικά να συμμετέχει στην διοίκηση χωρίς διαφθορά.

Αντί λοιπόν αυτών τι γίνεται τώρα στην Ελλάδα; Πρώτον επικρατεί, όπως έγραψα ανωτέρω, η αντίληψη ότι το κράτος πρέπει μόνο να μειώνεται χωρίς κανέναν να αποσαφηνίζει πόσο πρέπει. Δεδομένης αυτής της αντίληψης, η κυβέρνηση προσπαθεί να πουλήσει όλες τις μετοχές επιχειρήσεων που έχει το κράτος. Αυτό θα φέρει ελάχιστο όφελος στο χρέος, θα έχει όμως μεγάλη επίπτωση στην ποιότητα ζωής των κατοίκων της Ελλάδας. Αυτό διότι, πρώτον, ξεπουλιούνται οι πυλώνες της οικονομίας σε ιδιώτες οι οποίοι, τέτοιες επιχειρήσεις, σκοπός των οποίων είναι το συμφέρον των πολιτών, θα τις διαχειρίζονται με μόνο σκοπό το κέρδος. Δεύτερον, η κυβέρνηση πουλάει επιχειρήσεις για τις οποίες δεν υπάρχει ανταγωνισμός. Ξεκινάει την δημιουργία μιας νέας «αστικής τάξης» κατά παράδειγμα αυτής που έχουμε δει πόσο έχει ωφελήσει την Ελλάδα. Προφανώς ο Μπόμπολας και ο Ψυχάρης δεν είναι ήδη αρκετοί. Τρίτον και χειρότερο, οι διαδικασίες που ακολουθούνται είναι αδιαφανείς και νομικά προβληματικές.

Όσο ουτοπικός είναι ο κομμουνισμός άλλο τόσο κι ο καπιταλισμός (ιδανικά) που προωθείται τώρα στην Ελλάδα. Για τους φτωχούς και τους μεσαίους δεν υπάρχει κανείς προστάτης πέραν του ισχυρού κράτους και των αγαθών πολιτικών. Δεν θα υπάρξει στιγμή που όλοι οι πλούσιοι Έλληνες αυτοβούλως θα βοηθήσουν τον πλουτισμό των φτωχότερων είτε για την ευημερία της Ελλάδας, είτε για το δικό τους καλό μέσω, για παράδειγμα, της αύξησης της κατανάλωσης. Τούτο διότι στην Ελλάδα αυτό εξυπηρετείτο από το κράτος και είναι απίθανο στην αιφνίδια διάλυσή του να αναλάβουν την ευθύνη αυτήν οι πλούσιοι. Όσο για τους αγαθούς πολιτικούς πιστεύω ότι γεννιούνται, αλλά η Ελλάδα έχει απλώς και πλήρως μέχρι τώρα ατυχήσει.

Γυμνό τσιμέντο: και ιδεαλισμός και απαξίωση

by Δημήτρης Μπούκας

Οι φοιτητικές εστίες του ΕΜΠ στου Ζωγράφου, του Κώστα Φινέ.

Οι φοιτητικές εστίες του ΕΜΠ στου Ζωγράφου (1968–1975), του Κώστα Φινέ και Ντίνου Παπαϊωάννου.

Στην ελληνική μοντέρνα αρχιτεκτονική, ιδιαίτερα την δεκαετία του 1970, υπάρχει μία αντίθεση μεταξύ αφενός των θεωριών των αρχιτεκτόνων περί Αρχιτεκτονικής, αφετέρου της αντίληψης των κτηρίων τους από τους άλλους.

Ξεκινάω από το δεύτερο σκεπτόμενος διάφορα κτήρια όπως αυτά των πανεπιστημίων της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης και δη αυτό της Θεολογικής Σχολής Αθηνών στην πανεπιστημιούπολη, των εστιών του Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου στου Ζωγράφου και πολλά κτήρια της πανεπιστημιούπολης του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Ας ρωτήσει κανείς απόψεις ανθρώπων γι’ αυτά τα κτήρια κι ας ακούσει: «Γκαράζ είναι η Θεολογική στην Αθήνα» μού είπε κάποτε ένας φίλος μου. «Είναι αυτά κτήρια;» άλλοι. Και γενικά, αν ποτέ έρθει συζήτηση για τα κτήρια, οι απόψεις συνοψίζονται στην αποστροφή του γυμνού τσιμέντου που πάρα πολλά έχουν, ότι αποπνέουν μία βιομηχανική ή απάνθρωπη αύρα και στην απορία τι είδους αρχιτεκτονική άποψη εκφράζουν, αφού τονιστεί ότι σχεδιάστηκαν από αρχιτέκτονες το οποίο συχνά αγνοείται.

Από την άλλη είναι αξιοσημείωτες οι θεωρίες και οι αναλύσεις περί Αρχιτεκτονικής που διατύπωναν οι αρχιτέκτονες οι οποίοι επικρατούσαν εκείνη την εποχή και συνεπώς σχεδίασαν πολλά τέτοια κτήρια. Η Ν.Κ.-Ρ. στην νεκρολογία της στην Ελευθεροτυπία για τον Κώστα Φινέ, αρχιτέκτονα των εστιών του ΕΜΠ και πολλών κτηρίων του ΑΠΘ, αναφέρει γι’ αυτόν: «Πρωταρχικός στόχος του, να υπηρετεί η αρχιτεκτονική τον άνθρωπο». Λίγο πιο πάνω μεταφέρει λόγια του Φινέ για το ποιοι είναι «υπεύθυνοι» για την όψη των κτηρίων του: «[Ο Μιχελής, ο Πικιώνης και ο Γκίκας, δάσκαλοι στο πολυτεχνείο] μάς γνώρισαν και μας μύησαν στη σύγχρονη τέχνη του μπετόν αρμέ, του σίδερου και του γυαλιού, στις δυνατότητες και τις αντινομίες τους, πάντα όμως με γνώμονα την αρμονία, τις σωστές αναλογίες και με μέτρο τον άνθρωπο». Για τον Πάτροκλο Καραντινό, ο οποίος σχεδίασε και την φυσικομαθηματική σχολή του ΑΠΘ, γράφουν: «Ο Πικιώνης τού αποκαλύπτει τη γοητεία της ελληνικής παραδοσιακής αρχιτεκτονικής».¹ Ο Ανδρέας Γιακουμακάτος σ’ άρθρο του στο Βήμα έγραφε ότι «[οι αρχιτέκτονες] συμμετείχαν ισότιμα στις πνευματικές διεργασίες και ονειρεύτηκαν έναν τόπο άλλο, στον οποίο η περιβαλλοντική βαρβαρότητα και η αισθητική αταξία θα βρίσκονταν ηττημένες από την επίτευξη συλλογικά ωφέλιμων στόχων και τη χρηστή διαχείριση του χώρου». Τεκμηρίωναν λοιπόν οι αρχιτέκτονες τα έργα τους ως φιλικά προς τον άνθρωπο, το τοπίο και την ελληνική παράδοση. Πολλοί απ’ αυτούς ήταν μάλιστα αριστεροί όπως ο Φινές και ο Ηλίας Σκρουμπέλος (αρχιτέκτονας της φυσικομαθηματικής σχολής της Αθήνας). Άλλοι, όπως ο Καραντινός, έχασαν την έδρα τους με την χούντα.

Το κτήριο διοίκησης του ΑΠΘ, του Κώστα Φινέ.

Το κτήριο διοίκησης του ΑΠΘ (1966–1976), του Κώστα Φινέ.

Πώς εξηγείται λοιπόν αυτή η αντίθεση; Νομίζω ότι οι λόγοι είναι τρεις. Πρώτον, είναι η πλήρης έλλειψη εξοικείωσης των πολιτών με την μοντέρνα αρχιτεκτονική. Γι’ αυτό φταίει η διδασκαλία στο σχολείο απ’ την οποία απαλείφεται κάθε ενότητα που αφορά την τέχνη. Παρ’ ότι καμία θεωρία ούτε ιστορία της Αρχιτεκτονικής μελετάται στο σχολείο, ούτε φυσικά της κλασικής ούτε της νεοκλασικής, επειδή στο σχολείο το μόνο που αποθεώνεται είναι το παρελθόν της Ελλάδας, ως παρεπόμενο αποθεώνεται κι η αρχιτεκτονική του. Μόνο γι’ αυτό υπάρχει εξοικείωση των ανθρώπων μ’ αυτήν. Επιπλέον η φαιά ουσία που κατανάλωνε ο αρχιτέκτονας για να φτιάξει ένα νεοκλασικό κτήριο γινόταν κυρίως στολίδι, ενώ, για να φτιάξει ένα μοντέρνο, περισσότερο φόρμα και διαρρύθμιση. Το στολίδι όμως είναι ολοφάνερο—ή έστω η εξοικείωση μ’ αυτό έχει γίνει—ενώ το μοντέρνο θέλει εξοικείωση για ν’ αρέσει.

Δεύτερον, για ν’ αναδειχθεί ένα μοντέρνο κτήριο πρέπει να είναι καθαρό. Η μοντέρνα αρχιτεκτονική αυτό «πουλάει», δηλαδή λιτότητα, κομψότητα και χρηστικότητα. Όταν το κράτος και οι πανεπιστημιακές αρχές αδιαφορούν για την συντήρηση και την καθαριότητα και συνεχώς αλλοιώνουν τα κτήρια εξαιτίας επισκευών, προσθηκών και «νεωτερισμών», τότε δεν φταίει μάλλον η ιδέα του αρχιτέκτονα για το πώς τα αντιλαμβανόμαστε.

Τρίτον, μπορεί οι αρχιτέκτονες, παρ’ ότι οι προθέσεις τους ήταν αγαθές, να παγιδεύτηκαν σ’ έναν ακαδημαϊσμό ή μια ουτοπία. Ίσως οι θεωρίες τους περί μίξης των διεθνών κινημάτων με την ελληνικότητα μπορούσαν να εφαρμοστούν πολύ δύσκολα ή αντιλαμβάνονταν την ελληνικότητα μόνο ως προς την σύνδεση του τοπίου με το κτίσμα, εξού το τσιμέντο. Ίσως η αγάπη των Ελλήνων αρχιτεκτόνων για το γυμνό τσιμέντο προέρχεται απ’ τον θαυμασμό προς τον Δημήτρη Πικιώνη κι ύστερα τον Άρη Κωνσταντινίδη που το χρησιμοποιούσαν πολύ, καθώς το θεωρούσαν γήϊνο υλικό. Δεν ξέρω λοιπόν αν τα έργα τους αγκαλιάστηκαν όσο ακόμα ήταν καινούργια. Μάλλον όχι· αλλά δεν πρέπει να ένοιαζε και πολύ τότε τον κόσμο μιας και εξυπηρετούσαν τον σκοπό τους, ήταν δηλαδή χρηστικά και καθαρά. Ο μπρουταλισμός, ρεύμα της μοντέρνας αρχιτεκτονικής την δεκαετία του 1970, χαρακτηριστικό του οποίου είναι το γυμνό τσιμέντο, χρησιμοποιήθηκε όσο κανένα άλλο στην ανέγερση των πανεπιστημιουπόλεων. Έπρεπε οι αρχιτέκτονες να φανταστούν ότι το κράτος και οι πρυτάνεις δεν θα συντηρήσουν ποτέ τα κτήρια που παρήγγειλαν ώστε να κάνουν άλλα σχέδια; Πάντως συχνά τα σχέδιά τους, τα οποία ύστερα κατασκευάζονταν, έβγαιναν πρώτα στους πανελλήνιους διαγωνισμούς των πελατών τους, των πανεπιστημίων και του κράτους.

37c

Η Θεολογική Σχολή στην Αθήνα, του Λάζαρου Καλυβίτη και Γιώργου Λεονάρδου.

Η Θεολογική Σχολή στην Αθήνα (1970–1976), του Λάζαρου Καλυβίτη και Γιώργου Λεονάρδου.

Κλείνοντας, αναρωτιέμαι πότε το σχολείο θα ασχοληθεί με την τέχνη, πότε θα δώσει εναύσματα για την μοντέρνα τέχνη κι αρχιτεκτονική. Θα μπορέσουμε τότε να σκεφτούμε κάτι γι’ αυτά τα κτήρια. Αν σκεφτούμε θετικά θ’ απαλλαγούμε απ’ τα κόμπλεξ που έχουμε εναντίον τους και θα μας αρέσουν και θα τα αναδείξουμε. Αν πάλι σκεφτούμε ότι όντως φταίνε οι αρχιτέκτονες και τα ίδια τα κτήρια απ’ την σύλληψή τους τότε θα δούμε τι θα κάνουμε. Δύο πράγματα είναι σίγουρα γι’ αυτά τα κτήρια. Πρώτον, ανήκουν στο δεύτερο ρεύμα του μοντερνισμού που αναπτύχθηκε στην Ελλάδα μετά τον πόλεμο και μέχρι την χούντα (το πρώτο ήταν στον μεσοπόλεμο μέχρι τον Μεταξά). Τα δύο αυτά ρεύματα που διαμόρφωσαν κυρίως την Αθήνα, την Θεσσαλονίκη και τον Πειραιά έχουν μοναδική αξία. Δεύτερον, η τωρινή αντίληψη αυτών των κτηρίων απ’ τους πολίτες δείχνει ότι, όσο ιδανικά κι αν γράφουν και μιλάνε οι αρχιτέκτονες που τελικά χτίζουν το δημόσιο τοπίο, τα κτήριά τους ίσως τελικά δεν πετύχουν τίποτα αν ο πελάτης, το κράτος, δεν προστατεύσει την ιδιοκτησία του. Στο κάτω κάτω τι γίνεται; Ζούμε όλη μας την ζωή μέσα στα δημιουργήματα μιας ολόκληρης γενιάς σκέψης αλλά δεν μπορούμε να τα κρίνουμε παρά μόνο αφηνόμαστε σε ελίτ όπως οι αρχιτεκτονικές σχολές και το Συμβούλιο Νεωτέρων Μνημείων να μας πούνε αν μας αρέσουν και τι θα τα κάνουμε;


1. Ελληνική Αρχιτεκτονική Εταιρεία, Αρχιτέκτονες του 20ού αιώνα: μέλη της εταιρείας, επιμέλεια Ελένης Φεσσά-Εμμανουήλ, εκδόσεις Ποταμός, 2009.

Ποιον τελικά ωφέλησαν ένα άρθρο και μία συνέντευξη για μία δεκαεπτάχρονη εθελόντρια στο Νεπάλ;

by Δημήτρης Μπούκας

Τόσο νωρίτερα αυτόν τον μήνα στην Καθημερινή, όσο και σήμερα το πρωί στον Σκάι, δημοσιεύθηκε η ιστορία μιας δεκαεπτάχρονης η οποία πήγε σ’ ένα ορφανοτροφείο του Νεπάλ για εθελοντική προσφορά.

Το άρθρο της Καθημερινής πραγματικά με βοήθησε να καταλάβω τις ανάγκες του Νεπάλ για ανθρωπιστική βοήθεια και πώς, αν ήθελα κι εγώ, θα μπορούσα να βοηθήσω τους κατοίκους του: «Μου αρέσει να ταξιδεύω και να μαθαίνω» λέει η δεκαεπτάχρονη. Αφού βρήκε, συνεχίζει, στο ίντερνετ το εθελοντικό πρόγραμμα μέσω ενός διοργανωτή οργανισμού, πλήρωσε 600 ευρώ για να πετάξει στο Νεπάλ και 340 για την συμμετοχή της, απ’ τα οποία 40 μόνο αποδόθηκαν στο ορφανοτροφείο. Ύστερα μάς διηγείται πώς η οργάνωση την ξέχασε στο αεροδρόμιο και άργησε να την παραλάβει, και πώς αυτή πανικοβλήθηκε πολύ. Έπειτα μάς αναφέρει την βόλτα της στα αξιοθέατα του Κατμαντού. Όταν πια έφτασε στο ορφανοτροφείο ήπιε με τα παιδιά πολύ τσάι. Μάς λέει τι ώρα πάνε τα παιδιά σχολείο και τι τρώνε· όταν δε αυτά είναι στο σχολείο, εκείνη διαγράφει απ’ τον κατάλογό της τα αξιοθέατα που επισκέφθηκε. Προς το τέλος μαθαίνουμε ότι η κοπέλα δεν θα δώσει πανελλήνιες αλλά θα σπουδάσει τέχνη στο εξωτερικό, πόσο την στηρίζουν οι γονείς της για να κάνει ταξίδια, και ότι πέρσι παρακολούθησε στην Οξφόρδη ένα πρόγραμμα τέχνης, ομοίως το Πάσχα στην Κωνσταντινούπολη, ενώ πέρασε το καλοκαίρι της στην Ισπανία—στα σύνορα με Πορτογαλία—προσφέροντας εργασία. Καταλήγει ότι πιθανόν άλλοι Έλληνες γονείς δεν θα στήριζαν έτσι την επιθυμία των παιδιών τους εξ αιτίας ενός μόνιμου φόβου για το άγνωστο.

Δυστυχώς, το άρθρο αυτό, όπως και την πρόσκληση της κοπέλας στον Σκάι, τα αντιλαμβάνομαι σαν μια προώθηση της καριέρας της. Πώς αλλιώς ανακάλυψαν στην Καθημερινή και τον Σκάι το ταξίδι και την προσφορά της και τι ουσιαστικό προσέφερε η δημοσιοποίησή τους; Ακόμα και το άρθρο είναι ανιαρό, μιας και ούτε γνώση της κατάστασης στο Νεπάλ προσφέρει, ούτε μας δείχνει πώς, αν θέλουμε, να προσφέρουμε κι εμείς, ούτε συγκινεί, ούτε ταξιδιωτικό ρεπορτάζ είναι, ούτε μας φέρνει εικόνες στο μυαλό.

Η υποψία μου ενισχύεται καθώς η κοπέλα θέλει να σπουδάσει στο εξωτερικό και το πρόγραμμα, αντί πανελληνίων, που ακολουθεί, το IB, θα την στείλει πιθανόν στην Βρετανία ή τις Ηνωμένες Πολιτείες. Τότε, μαζί με την αίτησή της, θα στείλει ένα γράμμα όπου θα περιγράφει τον εαυτό της και ύστερα θα δώσει συνέντευξη σε δυο τρεις καθηγητές του πανεπιστημίου στο οποίο δήλωσε. Για όλα αυτά, το ταξίδι της στο Νεπάλ είναι ένα άριστο ατού, ειδικά όταν (θα πει σ’ αυτούς που της παίρνουν συνέντευξη) στην Ελλάδα δεν υπάρχει πνεύμα εθελοντισμού, η ίδια ήταν εξαίρεση και γι’ αυτό την έβγαλε η τηλεόραση και την έγραψαν οι εφημερίδες. Φυσικά, οι καθηγητές αυτοί ακούνε τέτοιες ιστορίες εθελοντισμού συνεχώς, παρά ταύτα ίσως ακόμη εξακολουθούν να λογίζονται διότι έχουν γίνει προαπαιτούμενες.

Αυτό που τελικά με έκανε να γράψω αυτό εδώ δεν είναι η μομφή κατά της ίδιας της εθελοντικής πράξης της κοπέλας, μη τυχόν δεν αγάπησε αυτό που έκανε παρά μόνο το έκανε για το βιογραφικό της, διότι ίσως όντως ωφέλησε αυτά τα 21 παιδιά του ορφανοτροφείου του Νεπάλ. Ούτε κατά της πρακτικής των αγγλοσαξονικών πανεπιστημίων να απαιτούν τέτοιες δραστηριότητες, όχι μόνο διότι δεν με αφορούν για την ζωή μου στην Ελλάδα, αλλά διότι πάλι ωθούν ορισμένους να βοηθήσουν όσο γίνεται όταν ίσως δεν θα βοηθούσαν καθόλου. Με ενοχλεί όμως η υποκρισία των δημοσιογράφων να παρουσιάζουν την ιστορία αυτή σαν κάτι εκτός νόρμας και εξαιρετικό. Διότι πολλοί γονείς—παρά τι ισχυρίζεται η κοπέλα—θα άφηναν το παιδί τους να πάει στο Νεπάλ με 1500 ευρώ και ταυτοχρόνως να ωθήσει τις πανεπιστημιακές του σπουδές βλέποντας ένα εξωτικό μέρος, αν είχαν τα χρήματα και δεν χρειάζονταν φροντιστήρια για όποιους δίνουν πανελλήνιες. Τέλος κατακρίνω την απόφαση της κοπέλας να βγει στην τηλεόραση και να παρουσιάσει στους Έλληνες ως ανδραγάθημα κάτι που αφορά αυτήν και την καριέρα της.

Μπορεί να υπάρξει σοσιαλιστική Ευρώπη χωρίς την Αμερική;

by Δημήτρης Μπούκας

Όταν οι Ηνωμένες Πολιτείες εδραίωναν καπιταλισμό αδιαπραγμάτευτο, οι ευρωπαϊκές χώρες αποφάσιζαν να φτιάξουν κράτη που θα παρέχουν δωρεάν παιδεία και υγεία και θα κατέχουν τα σπουδαιότερα για την ανάπτυξη της οικονομίας όπως την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας, τα αεροδρόμια, τα λιμάνια και ό,τι άλλο κρινόταν αναγκαίο. Οι χώρες της Ευρώπης (εξαιρώντας εδώ πρώην κομμουνιστικά κράτη) με αυτό το σύστημα παρέχουν στους πολίτες τους ποιότητα ζωής η οποία μπορεί πρόχειρα να καταταγεί ανά κράτος απ’ την καλύτερη στην χειρότερη. Μάλλον στην κορυφή της κατάταξης βρίσκονται οι σκανδιναβικές χώρες και στον πάτο η Ελλάδα προ κρίσης και η Πορτογαλία. Προ κρίσης διότι μπορεί η Ελλάδα ξεπουλώντας τα πάντα να είναι στην ίδια κατηγορία με την Νορβηγία και την Δανία;

Δεν είναι όμως τώρα σκοπός μου να συγκρίνω τις ευρωπαϊκές χώρες, αλλά, με παράδειγμα δυο τρεις πλούσιες χώρες με μικτή οικονομία και έχοντας στο μυαλό μου άλλη μία θεωρητική με σοσιαλιστική, να σκεφτώ αν αυτές μπορούν να υπάρξουν όπως δημιουργήθηκαν, αν οι κάτοικοί τους γνωρίζουν τι μπορούν να αποκτήσουν πλουτίζοντας σε χώρες όπως οι Ηνωμένες Πολιτείες.

Σε μία χώρα όπως η Δανία και στην θεωρητική σοσιαλιστική οι υπερβολικά πλούσιοι είναι αναλογικά εξαιρετικά λιγότεροι απ’ ότι στην Αμερική (στην σοσιαλιστική χώρα δεν θα υπήρχε κανείς). Αυτό για πολλούς λόγους· μεγάλη φορολόγηση, διαφορετικό τραπεζικό σύστημα, νόμοι που προστατεύουν τον εργαζόμενο και όλα όσα δηλαδή συνιστούν την διαφορά. Κυρίως όμως η ίδια η κοινωνία δεν ανέχεται τον υπερβολικό πλουτισμό διότι οι πολίτες της ανατράφηκαν πιστεύοντας στην ισότητα.

Και έτσι το σκανδιναβικό μεν και το σοσιαλιστικό δε κράτος πετυχαίνουν και, προσφέροντας άριστη ποιότητα ζωής στους πολίτες, τους παρέχουν ομοιόμορφα, μόλις μπορέσουν, νέα καλύτερα αγαθά. (Χάριν της πραγματικότητας ας αρκεστούμε στο ότι το μεν παρέχει ομοιόμορφα την υγεία και την παιδεία και λιγότερο τα υλικά.) Γεννιέται λοιπόν σ’ ένα τέτοιο κράτος άνθρωπος μεγαλομανής. Τέτοιοι γεννιούνται συνεχώς. Αυτός λοιπόν δεν αρκείται στα αγαθά που σταδιακά αποκτά ταυτοχρόνως του συμπολίτη του, αλλά επιθυμεί ό,τι καλύτερο γνωρίζει ότι υπάρχει στον κόσμο. Στην χώρα του γι’ αυτό πρέπει να περιμένει δεκαετίες ή και αιώνες δηλαδή να εργαστεί ώστε να το απολαύσουν τα δισέγγονά του μαζί με αυτά του διπλανού του (αν αυτό είναι ποτέ δυνατόν διότι προϋποθέτει ότι η χώρα του έχει για παράδειγμα την άπλα ώστε να έχουν όλοι εξοχικό και γενικώς η θέση και η γη της αντέχουν τον πλουτισμό όλων). Είναι όμως τέτοιος ο χαρακτήρας του, με την μεγαλομανία και την ανυπομονησία, ώστε επιθυμεί αυτά εδώ και τώρα. Στην χώρα του φυσικά δεν μπορεί να τα αποκτήσει ηθικά, ούτε πιθανόν νόμιμα.

Οι λύσεις γι’ αυτόν είναι δύο: είτε σπάει το κοινωνικό συμβόλαιο της χώρας του και ανήθικα και παράνομα και συνωμοσιολογώντας και καταπατώντας το δίκαιο των συμπολιτών του επιδιώκει να πλουτίσει υπερβολικά, είτε μεταναστεύει σε μία χώρα όπως η Αμερική όπου ηθικά μπορεί να το κάνει. Στο πρώτο η αγαθή του κοινωνία δέχεται το πρώτο χτύπημα ώστε να αλλοιωθεί και να αρχίσει η διαφθορά της, διότι δεν θα μείνει μόνος ο μεγαλομανής αλλά και άλλος θα επιθυμήσει και παράνομα θα επιδιώξει. Έτσι αρχίζει η κατανομή του πλούτου να γίνεται άνιση εις βάρος των ηθικών και άτυχων και αδικημένων ανθρώπων. Η κοινωνία στην οποία γεννήθηκε ο μεγαλομανής έχει πλέον αλλάξει, και όχι ανώδυνα διότι δεν υπάρχουν οι νόμοι και κυρίως οι πρακτικές να εμποδίζουν τους άτυχους να περιπέσουν στην δυστυχία (στην Αμερική για παράδειγμα υπάρχει η πρακτική του εθελοντισμού).

Στο δεύτερο, ο μεγαλομανής μεταναστεύει στις Ηνωμένες Πολιτείες και τηρώντας το κοινωνικό συμβόλαιο πλουτίζει υπερβολικά και συνάμα δίνει ό,τι προτάσσει η συνήθεια ή ό,τι θέλει ώστε να μην πεινάσουν οι φτωχότεροι, οι οποίοι συνήθως το δέχονται αδιαπραγμάτευτα. Η πατρίδα πάντως του μεγαλομανούς μένει ασφαλής καθώς απαλλάσσεται απ’ αυτόν. Έτσι η Αμερική είναι ο τόπος της εκτόνωσης όποιου που για να πλουτίσει υπερβολικά προτίθεται να ακολουθήσει άλλη πορεία απ’ αυτήν της κοινωνίας στην οποία γεννήθηκε.

Για να ισχύσει ό,τι γράφω πρέπει να θεωρήσουμε ότι σχετικά λίγοι είναι οι μεγαλομανείς εν μέσω ενός φύσει ηθικού και υπομονετικού λαού που θα είναι η μάζα της κοινωνίας του σοσιαλιστικού κράτους. Ακόμη δεν ξέρω αν ο μεγαλομανής γεννιέται ή γίνεται. Διότι αν γίνεται και ο δυνητικά μεγαλομανής γεννηθεί σε μια εποχή όπου όλα τα κράτη είναι σοσιαλιστικά για πολλούς αιώνες (συμπεριλαμβανομένης της Αμερικής) και δεν γνωρίσει ποτέ τι θα μπορούσε να αποκτήσει στην Αμερική που στην πατρίδα του όχι (κάτι το πιθανό μόνο με απώλεια της ιστορίας και της μνήμης), τότε δεν θα γίνει ποτέ τελικά μεγαλομανής και μία άλλη Αμερική δεν θα χρειαστεί ποτέ για την ύπαρξη του σοσιαλιστικού του κράτους. Αν αντιθέτως γεννιέται και ακόμα και δεν λάβει ποτέ την παραμικρή ιδέα του υπερβολικού πλουτισμού τότε σταδιακά η ιδέα αυτή θα αναπτυχθεί μόνη της, όχι από έναν αλλ’ από πολλούς μεγαλομανείς ανά τους αιώνες. Τότε μία Αμερική είναι χρήσιμη. Πάλι όμως δεν γνωρίζω αν, στην σύγκριση γεννημένου και γινόμενου, ο γινόμενος, αν πληροφορηθεί για τον υπερβολικό πλουτισμό της Αμερικής, δείξει την επιμονή του γεννημένου ώστε να τον πετύχει ή απλά εγκαταλείψει την ιδέα. Ίσως υπάρχει ένα όριο γνώσης περί του πλουτισμού, ένα ουδό, υπεράνω του οποίου ο δυνητικά μεγαλομανής—ο γινόμενος—γίνεται τέτοιος. Αυτό το ουδό πιθανόν ορίζεται από πόσο παλιά υπήρξε και πόσο τεκμηριωμένα και με ακρίβεια εξιστορείται ο πλουτισμός. Για τον γεννημένο βέβαια με την παραμικρή γνώση η επιθυμία του για πλουτισμό μόνο αυξάνεται.

Κατά πόσον χρειάζεται μία Αμερική σε κάθε περίπτωση, αν γεννιέται ή γίνεται ο μεγαλομανής που προτίθεται να σπάσει το κοινωνικό συμβόλαιο της κοινωνίας της πατρίδας του.

Κατά πόσον χρειάζεται μία Αμερική σε κάθε περίπτωση, αν γεννιέται ή γίνεται ο μεγαλομανής. Ο δυνητικά μεγαλομανής—ο γινόμενος—μπορεί να γίνει τέτοιος αν η γνώση του για τον υπερβολικό πλουτισμό ξεπεράσει ένα ουδό, είναι δηλαδή πολλή. Για την ύπαρξη μιας Δανίας ή ενός σοσιαλιστικού κράτους, εφόσον ο μεγαλομανής υπάρξει, είναι αναγκαία μία Αμερική, ένας τόπος εκτόνωσης ώστε να μη διαφθείρει την κοινωνία της πατρίδας του του σπάζοντας το κοινωνικό συμβόλαιο.

Σε κάθε περίπτωση μού φαίνεται ότι μία Αμερική ή όποια άλλη χώρα τόσο καπιταλιστική χρειάζεται σήμερα για τις πλούσιες χώρες με άριστη ποιότητα ζωής, τόσο με μικτή οικονομία όσο και με σοσιαλιστική που θα ιδρύονταν τώρα. Φαντάζομαι φυσικά μια αδιάφθορη σοσιαλιστική χώρα απ’ την οποία κανείς δεν θα ήθελε να μεταναστεύσει—παρ’ ότι θα μπορούσε—παρά μόνο ο μεγαλομανής μας.

Δεν θα μιλήσεις ποτέ σωστά στην εποχή της Νεοκαθαρεύουσας

by Δημήτρης Μπούκας

Εξώφυλλο (1739) από λατινική έκδοση των «Εκλογών» του Φρυνίχου του Αραβίου (2ος αι. μ.Χ.), ενός απ' τα πρώτα γραπτά υπέρ του αττικισμού και κατά της ελληνιστικής κοινής

Εξώφυλλο (1739) από λατινική έκδοση των «Εκλογών» του Φρυνίχου του Αραβίου (2ος αι. μ.Χ.), ενός απ’ τα πρώτα γραπτά υπέρ του αττικισμού και κατά της ελληνιστικής κοινής.

Από τότε που καταργήθηκε η καθαρεύουσα το 1976 σταδιακά ήρθε μία ομαλότητα μεταξύ του πώς μιλάμε και του πώς θα έπρεπε. Έτσι σταματήσαμε να κοιτάζουμε στο παρελθόν της ελληνικής γλώσσας για να μιλήσουμε σήμερα. Σταμάτησαν οι αναχρονιστικοί και παράλογοι περιορισμοί που έφερναν τους απλούς ομιλητές των ελληνικών κάθε τρεις και λίγο σε δισταγμό για το πώς θα χρησιμοποιήσουν το κοινότερο αγαθό όλων, την γλώσσα. Ακόμα χειρότερα, συχνά βρισκόταν κάποιος να κρίνει έναν άνθρωπο για την γλώσσα του, βασταζόμενος σε κάποια παραδρομή του λόγου του, έναν λάθος τύπο ή κλίση.

Σήμερα δυστυχώς φαίνεται η άλλη πλευρά του ίδιου συντηρητισμού, μόνο που για να μιλήσουμε σήμερα δεν περιοριζόμαστε απ’ τα ελληνικά του παρελθόντος, αλλά απ’ τις ξένες γλώσσες απ’ τις οποίες έχουμε δανειστεί λέξεις. Το φαινόμενο αυτό άλλοι έχουν ονομάσει Νεοκαθαρεύουσα, και έχει τις ίδιες εκφάνσεις με την καθαρεύουσα: άρνηση της εξέλιξης της γλώσσας, έλλειψη σεβασμού για την απλή γλώσσα, δοκησισοφία και αμηχανία σ’ όποιον δεν έχει ασχοληθεί με τους τύπους όσο ο συνομιλητής του.

Με την νεοκαθαρεύουσα ο ομιλητής προσπαθεί να διατηρήσει αναλλοίωτη μια ξένη λέξη την οποία χρησιμοποιεί στα ελληνικά. Αυτό κυρίως εφαρμόζεται στην γραμματική όπου για κάθε λέξη, όσα χρόνια κι αν χρησιμοποιείται στα ελληνικά, κάποιος θα μας υπενθυμίσει ότι είναι ξένη ώστε να εγκαταλείψουμε συνήθως την κλίση της. Για παράδειγμα, για την λέξη τρόικα (ρωσική αρχικά), παρ’ ότι υπήρχε στα ελληνικά πολύ πριν την κρίση και κλινόταν κανονικά, λέγαμε δηλαδή της τρόικας, πάντα σήμερα κάποιος θα πει της τρόικα. Άλλοι αμφιταλαντεύονται αν είναι της Καλιφόρνιας ή της Καλιφόρνια. Ακόμη πιο παράξενα, πάντα περιμένω σε κάποια συναυλία να ακούσω κάποιον να λέει τα κοντσέρτι, όπως και να διστάζει να πει του Μεξικού αν και γι’ αυτό δεν ετίθετο ποτέ ζήτημα μιας και το Μεξικό στα ισπανικά λέγεται Μέχικο, το οποίο διαφέρει πολύ. Τέλος, δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις που προσπαθούμε να διατηρήσουμε και την φωνολογία της γλώσσας απ’ την οποία δανειζόμαστε, εξού και το περίφημο σοκολατάκι της Ντόρας Μπακογιάννη.

Έτσι η νεοκαθαρεύουσα (και πάλι) έρχεται να γεμίσει σύγχυση την καθημερινή μας γλώσσα. Κυρίως δημιουργεί «όγκους» στα ελληνικά, οι οποίοι δεν μπορούν να αφομοιωθούν, ώστε τα ελληνικά δεν εμπλουτίζονται ούτε εξελίσσονται. Αν με ρωτήσει κανείς, δεν βρίσκω λόγο να θέλω να διατηρήσω μια ξένη λέξη αναλλοίωτη στα ελληνικά. Εγώ θέλω να την πάρω και να την βάλω μες στο σύστημα της κλίσης που έχουν τα ελληνικά και δίνουν την δυνατότητα να καταλάβει μονολεξεί ο συνομιλητής μου αν την λέω στον πληθυντικό ή στην γενική και να συνθέσω μ’ αυτήν μιαν άλλη λέξη.

Επιπλέον, κάθε γλώσσα έχει μια συνοχή την οποία καταργεί η νεοκαθαρεύουσα. Τι είναι ισχυρότερο, το γλωσσικό ένστικτο ή γνώση για την προέλευση των λέξεων; Είναι άραγε υποχρεωμένος όποιος δεν μιλάει ιταλικά να ξέρει ότι στο μυαλό του συνομιλητή του είναι όχι τα κοντσέρτα αλλά τα κοντσέρτι; Η νεοκαθαρεύουσα είναι το εργαλείο του δοκησίσοφου, ο οποίος φυσικά ξέρει ποια λέξη είναι ξένη και ικανοποιείται από το στιγμιαίο σοκ, όταν, εκεί που καθένας θα περίμενε μια φυσιολογική γενική ή πληθυντικό, αυτός πετάει μία ακλισιά που εξιτάρει το αυτί. Τέλος η νεοκαθαρεύουσα είναι αυθαίρετη· ο καθένας, κατά την γνώση, το κριτήριο και κυρίως την σύγχυσή του επιλέγει τύπους οι οποίοι άλλοτε παραξενεύουν και άλλοτε είναι τελείως γελοίοι.

Φυσικά και δεν περιμένω να αρχίσουμε να κλίνουμε τα ασανσέργκαράζ, και άλλα τα οποία είναι τελείως ξένα προς τα ελληνικά. Οι λέξεις οι οποίες θίγονται είναι όσες ταιριάζουν στο ελληνικό κλιτικό σύστημα και ο περισσότερος κόσμος έχει πλήρως εντάξει στην γλώσσα του.

Τελικά θα όριζα ως νεοκαθαρεύουσα την επιμονή να αφήνουμε λέξεις άκλιτες και απροσάρμοστες όταν γύρω μας η πλειοψηφία του κόσμου και το γλωσσικό μας ένστικτο δείχνουν την πορεία προς την ενσωμάτωσή τους. Αμφιβάλλω αν αυτή η τάση βοηθάει τους ανθρώπους να εκφραστούν ελεύθερα νιώθοντας κάθε λέξη κτήμα τους. Ας μην ξεχνάμε ότι χιλιάδες λέξεις είναι δάνεια τα οποία ποτέ πλέον δεν αντιλαμβανόμαστε και παρά μόνο εμπλούτισαν τα ελληνικά.