Σκελετος.

Ο κίνδυνος στον ΣΥΡΙΖΑ από την επαφή με τα κανάλια

by Δημήτρης Μπούκας

Παρ’ ότι η προβολή του ΣΥΡΙΖΑ από τα κανάλια ήταν πολύ προβληματική και συχνά εχθρική, ακόμη και κακοήθης, η εκλογή του στην κυβέρνηση αναγκάζει τα κανάλια να καλούν σε εκπομπές υπουργούς και στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ. Πρώτα όμως αποδείχθηκε ότι ο ΣΥΡΙΖΑ, και πιστεύω ότι και οποιοδήποτε κόμμα με προτάσεις εξίσου πειστικές ή συμφέρουσες για τους κατοίκους της Ελλάδας, δεν εξελέγη με την βοήθεια των καναλιών. Πρέπει τώρα τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ, πολύ σημαντικότερα οι υπουργοί του, να εμφανίζονται στην τηλεόραση όσο το δυνατόν μετριασμένα και με έμφαση στην σοβαρότητα των εκπομπών, την δυνατότητα να εκφράζουν σαφώς τις απόψεις τους και κυρίως την διατήρηση των αποστάσεων από το σύστημα των καναλιών.

Ειδικότερα, οι πολύωρες συμμετοχές σε ενημερωτικά πάνελ με πληθώρες πολιτικών και δημοσιογράφων δεν προσφέρουν καμία ενημέρωση για τις πολιτικές της κυβέρνησης. Το ύφος κι η διάρθρωση των εκπομπών αυτών δεν αφήνουν κανέναν να εκφράσει τις απόψεις του λιτά και κατανοητά και εκ φύσεως εκθέτουν τους συμμετέχοντες. Οι συχνές εμφανίσεις σε δελτία ειδήσεων είναι εξίσου προβληματικές. Ακόμη και ηθικά, χαρίζουν συγχώρεση σε όλους αυτούς τους δημοσιογράφους που τον περασμένο καιρό πολεμούσαν δολίως τον ΣΥΡΙΖΑ στοχεύοντας στην αφέλεια των τηλεθεατών.

Πρωτίστως όμως τα πάνελ αυτά είναι το πρόσφορο έδαφος για την αρχή της συναναστροφής των στελεχών του ΣΥΡΙΖΑ, αδιάφθορων μέχρι σήμερα, με τους ανθρώπους της διαπλοκής, πρώτα με τους δημοσιογράφους και ύστερα με όλους τους εκδότες και μεγαλοεργολάβους που υπονομεύουν την Ελλάδα.

Ως υπουργοί τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ μπορούν να αξιοποιήσουν τις συνεντεύξεις τύπου στα υπουργεία κάνοντάς τες συχνότερα. Έτσι, μέσω εντός ενός θεσμικού πλαισίου, θα δίνουν ίσες ευκαιρίες σε όλους τους δημοσιογράφους να ρωτούν την κυβέρνηση κι οι θέσεις τους θα εκφράζονται ξεκάθαρα. Κυρίως όμως αποφεύγοντας ήδη από τώρα την καθημερινή έκθεση στα κανάλια δεν θα αναπτύξουν ποτέ εξάρτηση απ’ αυτά και από τους διαπλεκόμενους ιδιοκτήτες τους. Κι οι κίνδυνοι είναι τόσο μεν μην αντικατασταθεί η ενημέρωση των πολιτών πάλι από τα κανάλια καθορίζοντας τα θέματα και παρακάμπτοντας τις θεσμικές συνεντεύξεις τύπου, όσο δε κυρίως η πνευματική συναναστροφή με τον κόσμο της διαπλοκής στην Ελλάδα, η πεμπτουσία του οποίου είναι οι ιδιοκτήτες κι οι δημοσιογράφοι των καναλιών. Διότι η κυβέρνηση του Τσίπρα εξελέγη με σύνθημα, μεταξύ άλλων, την καταπολέμηση της διαπλοκής· και πώς θα πολεμήσεις κάτι με το οποίο κινδυνεύεις να αρχίσεις καθημερινούς δεσμούς φιλίας;

Μέχρι στιγμής ελπίζω ότι η διαφορετική ιδεολογία τους δεν θα επιτρέψει να αναπτύξουν σχέσεις με την διαπλοκή.

Advertisements

Ο λαϊκισμός των πλουσίων

by Δημήτρης Μπούκας

Οι φιλελεύθεροι και το Ποτάμι παρουσιάζονται σαν το κόμμα της κοινής λογικής και του αυτονόητου, κατά της κομματοκρατίας και της διαφθοράς και υπέρ της συνεννόησης. Ακόμη διατρανίζοντας ότι η συνέχεια της συμμετοχής της Ελλάδας στην Ευρωπαϊκή Ένωση είναι σε μέγιστο κίνδυνο, δηλώνουν ότι η αποσόβησή του υπερέχει μιας ουσιαστικής διαπραγμάτευσης, η οποία αντιθέτως θα τον μεγάλωνε.

Επιπλέον μάχονται την Αριστερά αποδίδοντας σ’ αυτήν την κομματοκρατία, την διαφθορά στο Δημόσιο και το μέγεθος του κράτους. Γιατί όχι, αν δεν ήταν τόσο εξόφθαλμο, να μην της απέδιδαν και την διαπλοκή των κυβερνήσεων με τους μεγαλοεργολάβους και εκδότες. Όσο για το τι καλούνται να προασπίσουν απ’ αυτήν, αυτά είναι οι καταθέσεις των πολιτών, η συμμετοχή στην Ευρωπαϊκή Ένωση, οι μαζικές προσλήψεις στο Δημόσιο κι η νέα διαπλοκή. Η Αριστερά όμως δεν μιλάει γι’ αυτά τα πράγματα και, το μεγαλύτερο κόμμα της, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν μιλάει για έξοδο της Ελλάδας από την Ευρωπαϊκή Ένωση.

Κατά την γνώμη μου όμως, όπως έχω γράψει, η άμεση βελτίωση της ποιότητας ζωής των φτωχών κατοίκων της Ελλάδας εξαρτάται από ένα ισχυρό και δίκαιο κράτος, το οποίο θα αναιρέσει τις αδικίες των τελευταίων πέντε χρόνων, θα φορολογήσει τους πλούσιους και θα αποφορολογήσει τους φτωχούς. Σ’ αυτό, το Ποτάμι αντιστέκεται αρνούμενο τέτοια άμεσα μέτρα και τάζοντας γενική μείωση της φορολόγησης, απελευθέρωση της αγοράς και μείωση του κράτους και περιμένει την ημέρα που η υγιής επιχειρηματικότητα θα ανακουφίσει τους φτωχούς.

Επομένως αυτοί που υποστηρίζουν τώρα το Ποτάμι δεν είναι οι φτωχοί αλλά οι πλούσιοι. Επιπλέον, το Ποτάμι ισχυρίζεται ότι θα προστατεύσει ό,τι ουσιαστικά κανείς δεν προτίθεται να πειράξει. Ακόμη, εκμεταλλευόμενο την πλύση εγκεφάλου που τόσα χρόνια το ΠΑΣΟΚ κι η Νέα Δημοκρατία έκανε στους Έλληνες για το τι πραγματικά φταίει για την παρακμή της Ελλάδας, συμπυκνώνει στις δηλώσεις του ό,τι οι άνθρωποι θέλουν να ακούσουν παρ’ ότι δεν είναι ουσιαστικά για το συμφέρον και των φτωχών και μεσαίων.¹ Άρα το Ποτάμι είναι ένα λαϊκιστικό κόμμα των πλουσίων.

Μία πιθανή αιτία γιατί ορισμένοι πλούσιοι να ασχοληθούν μ’ έναν λαϊκισμό που απευθύνεται σ’ αυτούς (εκτός από τα άμεσα οικονομικά συμφέροντα) είναι η έλλειψη άμεσων προβλημάτων που υπόσχεται να λύσει η Αριστερά και το ψώνιο τους να θέλουν να είναι πολίτες μιας πλούσιας χώρας (το Ποτάμι υπόσχεται ότι θα αυξήσει τον πλούτο της Ελλάδας) όπως ακριβώς είναι μέλη μιας λέσχης πλουσίων. Το ποιανού κράτους είναι πολίτες είναι φυσικά μια αντιζηλία με άλλους πλούσιους πολίτες πλούσιων κρατών τους οποίους συναναστρέφονται. Το γεγονός ότι είναι πολίτες μιας φτωχότερης χώρας είναι ένα μείον ενώπιον των πολιτών μιας πλούσιας.


1. Βλέπε το άρθρο όπου αναλύεται η πλύση εγκεφάλου.

Οι ιδέες των φιλελευθέρων είναι κατά του κοινωνικού κράτους και δεν αναγνωρίζουν την αρχή των προβλημάτων της Ελλάδας

by Δημήτρης Μπούκας

Τα τελευταία δύο χρόνια προσδιορίστηκαν φιλελεύθεροι πολλοί ψηφοφόροι, μέρος των αγανακτισμένων με την παρακμή της Ελλάδας. Αυτό έγινε άτυπα διότι οι πρωτεργάτες των φιλελεύθερων κινημάτων, και κυρίως ο Θεοδωράκης, δεν ξεστόμισαν ποτέ σαφώς την ιδεολογία τους αλλά μιλούν για πολιτικές κοινής λογικής. Έγραψα στο Η μείωση του κράτους το μεγαλύτερο πρόβλημα στην ιδεολογία των φιλελευθέρων ότι οι προτάσεις των Ελλήνων φιλελευθέρων έχουν να προσφέρουν ελάχιστα στην οικονομική ευημερία των κατοίκων της Ελλάδας. Συνεχίζοντας λοιπόν να ακούω και να διαβάζω με προσοχή τα λεγόμενα των κύριων εκφραστών των φιλελευθέρων, αλλά και να προσέχω τα λεγόμενα και τα σχόλια των οπαδών τους, σημείωσα τις κοινωνικές και οικονομικές τους απόψεις. Οι οικονομικές ιδέες τους ήταν αναμενόμενες, οι κοινωνικές όμως καθόλου. Εδώ προσπαθώ να ξεκαθαρίσω τις κοινωνικές και οικονομικές ιδέες τους, να τις σχολιάσω και να τις αιτιολογήσω.

Παραδείγματα απόψεων εχθρικών προς το κοινωνικό κράτος

Ένα λοιπόν δείγμα των κοινωνικών πεποιθήσεων των ανθρώπων αυτών φαίνεται όταν αρθρογραφούν στις ιστοσελίδες τους όπως το protagon.gr κι η Athens Voice και όταν σχολιάζουν κάτω από κοινωνικά θέματα. Ήδη στα τέλη του 2014 σημείωσα δύο θέματα στο protagon.gr κάτω απ’ τα οποία τα σχόλια των αναγνωστών ήταν τελείως απροσδόκητα: πρώτον ένα άρθρο του Τάκη Καραγιάννη κατά της μη χορήγησης εκπαιδευτικής άδειας στον Ρωμανό για να παρακολουθήσει στο ΤΕΙ, για το οποίο βραβεύτηκε απ’ τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, και, δεύτερον, ένα άρθρο του Γιάννη Παντελάκη κατά της άποψης του πρώην αντιπρύτανη του Αριστοτελείου περί ανάγκης «φασιστοποίησης των εν εξουσίᾳ». Για το μεν η πλειοψηφία αντιλαμβάνεται αποκλειστικά την φυλάκιση ως τιμωρία και αδιαφορεί εντελώς για τον σωφρονισμό του Ρωμανού· για το δε τα σχόλια συνοψίζονται στην αρχή ότι ο αντιπρύτανης καλώς εννόησε αλλά κακώς διατύπωσε και ότι οι «σφαλιάρες» που λέει ότι χρειάζονται δεν είναι τίποτ’ άλλο παρά αναγκαία αυστηρότητα των θεσμών η οποία τώρα δεν υπάρχει.

Μία αιτία για τις απόψεις των φιλελευθέρων

Οι απόψεις αυτές είναι σαφώς κατά του κοινωνικού κράτους. Πώς όμως μια μεγάλη μάζα αγανακτισμένων ανθρώπων έχει στραφεί κατά του κοινωνικού κράτους και, συγχρόνως, οι καλλιεπείς διαμορφωτές των απόψεών τους φοβούνται μην γιγαντωθεί και διαλύσει την Ελλάδα; (Και πιστεύω ότι ο φόβος μη μεγαλώσει το κοινωνικό κράτος μετά από πέντε χρόνια διάλυσής του είναι κακοήθης.) Όλοι λοιπόν είναι θύματα της πλύσης εγκεφάλου που έκανε στους Έλληνες το ΠΑΣΟΚ ιδιαίτερα κι ύστερα η Νέα Δημοκρατία: όταν το ΠΑΣΟΚ από το 1981 νομοθέτησε για την υγεία, την εργασία και το κοινωνικό κράτος ό,τι στην δυτική Ευρώπη είχε γίνει κιόλας μετά τον πόλεμο, γνώριζε ότι δημιουργεί ένα κράτος ακριβό, με λεπτές ισορροπίες στον προϋπολογισμό και πολλές ευθύνες, που βελτιώνει όμως πολύ την ποιότητα ζωής των φτωχών και των μεσαίων. Οι πολιτικοί όμως του ΠΑΣΟΚ και της Νέας Δημοκρατίας ήταν τόσο διεφθαρμένοι, διαπλεκόμενοι και λίγο ιδεολόγοι ώστε το κράτος διαλυόταν κι ο κόσμος το αντιλαμβανόταν. Οι πολιτικοί, αρνούμενοι σθεναρά ότι φταίνε, έριχναν σταδιακά την ευθύνη στην ίδια την ιδέα του κοινωνικού κράτους. Το συχνότερο επιχείρημά τους γι’ αυτό είναι ακόμα τι γίνεται σε άλλες χώρες. Και, αν δεν λένε ψέματα για το τι γίνεται, συγκρίνουν χώρες οι οποίες δεν έχουν σχέση με την Ελλάδα, ακόμη την Αυστραλία και τον Καναδά. Η ιδέα λοιπόν αυτή κατάφερε να εντυπωθεί στο μυαλό των ανθρώπων. Στην αντίληψή τους κάθε ιδιωτικοποίηση είναι μια πηγή σπατάλης λιγότερη και κάθε εξοντωτική ποινή είναι απόδοση δικαιοσύνης.

Δύο χαρακτηριστικά των φιλελευθέρων

Η πλάνη αυτή έχει δημιουργήσει ορισμένα κοινά χαρακτηριστικά στους αυτοπροσδιοριζόμενους φιλελεύθερους. Πρώτον, η ατιμωρησία των διεφθαρμένων πολιτικών, η δυσλειτουργία των φυλακών, και της αστυνομίας λόγω των πολιτικών αρχηγών της που την διοικούν σαν άβουλα όντα και του εκφασισμού της, τούς έχει κάνει μανιακούς για τήρηση της τάξης και της νομιμότητας. Ενώπιον ενός άδικου νόμου,¹ σαν αυτού που δεν επέτρεπε του Ρωμανού να σπουδάσει, έβγαζαν όλην τους ενέργεια απαιτώντας μανιωδώς την τήρησή του και όχι την αλλαγή του. Έτσι, το πάθος για τάξη και νομιμότητα υπερβαίνει το ανθρώπινο καλό· πλανώνται ότι με κάθε τέτοια άτεγκτη στάση ενώπιον του νόμου έρχεται η αρχή του τέλους της ατιμωρησίας όλων.

Δεύτερον, τούς έχει κάνει ξενομανείς και πρόθυμους να εφαρμοστεί οτιδήποτε ακούγεται ότι γίνεται σε άλλες πλούσιες χώρες, ασχέτως αν δεν γίνεται (όπως οι ιδιωτικοποιήσεις που τώρα προωθούνται εδώ) ή δεν μπορεί να γίνει λόγω διαφορετικών συνθηκών, όπως του πληθυσμού και της έκτασης. Όσοι λοιπόν πείθονται απ’ αυτόν τον ισχυρισμό και δεν ψάχνουν να μάθουν τι όντως γίνεται στην Δυτική Ευρώπη πλην του Ηνωμένου Βασιλείου πλανώνται την πλάνη. Όσοι ψάχνοντας μάθουν, αλλά δεν μπορέσουν να συνειδητοποιήσουν αν όσα λένε δύνανται, είναι αδαείς· όσοι μάθουν και ψεύδονται για το τι συμβαίνει, φαύλοι.

Ο φόβος του κράτους σχηματίζει κυρίως τις οικονομικές τους απόψεις

Περαιτέρω, η πλάνη τούς έχει κάνει να πιστεύουν ότι ο πλουτισμός της Ελλάδας, ακόμη και των φτωχών και των μεσαίων, εξαρτάται από μέτρα ανταγωνιστικότητας, αμφισβητούμενης όμως επιτακτικότητας, στο όνομα κατά του κρατισμού. Με άλλα λόγια, βασική αρχή τους (η οποία εκφράζεται και από υποψήφιους) είναι η παραγωγή πλούτου, ξεκινώντας από το παρόν, χωρίς άμεση καταπολέμηση της φτώχειας και των αδικιών που έχουν γίνει τα τελευταία πέντε χρόνια, αλλά με ήπια νομοθετήματα κοινής λογικής—όπως ισχυρίζονται—και με τήρηση της νομιμότητας, τα οποία σταδιακά θα φέρουν ανάπτυξη υγιούς, αδιάφθορης και μη διαπλεκόμενης ιδιωτικής επιχειρηματικότητας, η οποία σήμερα δεν δημιουργείται λόγω του διεφθαρμένου κράτους ειδικά στα κατώτερα κλιμάκια. Οι πολιτικές κοινής λογικής περιλαμβάνουν την μείωση του κράτους, των νόμιμων παρεμβάσεών του και της γραφειοκρατίας, την αναδιοργάνωση της δημόσιας διοίκησης (της οποίας την αναγκαιότητα όλοι παραδέχονται και εγώ) και την πριμοδότηση της ιδιωτικής πρωτοβουλίας. Ευελπιστούν ότι έτσι θα δημιουργηθεί μία επιχειρηματικότητα νέων, αδιάφθορων και ορεξάτων επιχειρηματιών, η οποία θα παράγει τόσο κέρδος ώστε θα αυξήσει το ΑΕΠ, θα μειώσει την ανεργία, θα σώσει τα ταμεία και φορολογούμενη αυστηρά, αλλά πιθανώς λιγότερο απ’ ότι τώρα, θα ανταποδίδει στην κοινωνία. Τότε μόνο θα αυξηθεί το εισόδημα των φτωχών και των μεσαίων.

Αυτά όμως από εδώ και πέρα διότι, ακόμη χειρότερα, από φόβο μη γιγαντωθεί το κράτος, αρνούνται να λάβει τις ευθύνες του με ορισμένα άμεσα αποτελεσματικά μέτρα κατά της εξαθλίωσης των φτωχών και της αναίρεσης των αδικιών εναντίον τους. Αποδέχονται απερίσκεπτα ως σωστά τα μέτρα που έχει προτείνει έως τώρα η τρόικα και, κατ’ εκείνους, για την εξαθλίωση φταίνε οι ελληνικές κυβερνήσεις που δεν τα εφάρμοσαν όπως έπρεπε. Επιπλέον είναι δεκτικοί να συζητήσουν για τον ιδιωτικό τομέα αναθεώρηση των εργασιακών δικαιωμάτων και των μισθών και το άνοιγμα των καταστημάτων οποτεδήποτε, ενώ για τον δημόσιο απολύσεις, μειώσεις μισθών και συντάξεων.

Τα μέτρα για τον πλουτισμό των φτωχών είναι άλλα

Το σημαντικότερο όμως είναι ότι προτείνοντας αυτά ξεχνούν την διαπλοκή και την διαφθορά μεταξύ των κυβερνήσεων και των μεγαλοεργολάβων και φίλων τους, την προβληματική Δικαιοσύνη και την κακοδιοίκηση του κράτους που είναι οι πραγματικές αιτίες της μη παραγωγής πλούτου διότι αυτές ουσιαστικά αποκλείουν την μεγάλη επιχειρηματικότητα. Δεν συνειδητοποιούν ότι σ’ ένα τόσο δυσλειτουργικό κράτος, η απελευθέρωση της αγοράς επιβαρύνει τους φτωχούς εργαζόμενους, καθώς δεν υπάρχει καμία ρύθμιση και έλεγχος, ιδιαίτερα κατόπιν της τελευταίας πενταετίας. Θα έπρεπε, αφού απαιτήσουν καταπολέμηση αυτών των προβλημάτων, να απαιτήσουν ανάπτυξη ισχυρού τομέα παραγωγής με συμμετοχή και του κράτους και ιδιωτών και ισχυρά εργασιακά δικαιώματα. Μόνο έτσι θα έρθει ο πλουτισμός των φτωχών και των μεσαίων. Επιπλέον, θα έπρεπε να απαιτούν την χρηστή διαχείρισή των ΔΕΚΟ και άλλων δημόσιων επιχειρήσεων είτε για το συμφέρον των πολιτών, είτε για το κέρδος, το οποίο θα έμπαινε στον προϋπολογισμό. Αντ’ αυτού αποδέχονται τις ιδιωτικοποιήσεις παρ’ ότι οι κυβερνήσεις δεν έχουν καταφέρει να απεμπλακούν από τους διαπλεκόμενους μεγαλοεργολάβους και δεν αντιδρούν όταν φαίνεται ότι οι ιδιωτικοποιήσεις γίνονται σε εξευτελιστικές τιμές, με μεθοδεύσεις και ηθικά αμφισβητήσιμες τακτικές και ολοφάνερα δημιουργούν μονοπώλια. Και ούτε απαιτούν προσλήψεις στην υγεία και την παιδεία παρά γενικόλογα εξορθολογισμό του κράτους.

Επίλογος

Η εχθρικότητα των φιλελευθέρων για το κράτος πρόνοιας συνοψίζεται στην, πρακτικά, αδιαφορία τους για τους προσφάτως εξαθλιωμένους κατοίκους της Ελλάδας. Αντιθέτως υποστηρίζουν μέτρα απίθανης αποτελεσματικότητας, πόσο μάλλον στην σημερινή κατάσταση της Ελλάδας. Επιπλέον εκφράζουν ακραίες απόψεις για κοινωνικά θέματα. Μιας και οι ίδιοι οι φιλελεύθεροι του άρθρου συχνά αυτοπροσδιορίζονται ως κεντρώοι, δεν θεωρώ άδικο τον νεολογισμό του ακραίου κέντρου. Κυρίως, τέλος, ανησυχώ για την ιδεολογική βούλησή των απλών οπαδών των φιλελευθέρων διότι θα καθορίζει την πολιτική των υποψηφίων. Κι αν η βούληση της διαπλοκής, την οποία εισάκουγε το ΠΑΣΟΚ κι η Νέα Δημοκρατία είναι μεμπτέα, η ιδεολογική βούληση, ιδιαίτερα για κοινωνικά ζητήματα, καθόλου· οπότε δεν υπάρχει δισταγμός να υιοθετηθεί εφόσον είναι εντός λογικοφανούς πλαισίου.


1. Ο νόμος ήταν άδικος. Αλλιώς ο Ρωμανός δεν θα βραβευόταν από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας. Επιπλέον, παρά την άτεγκτη στάση που έδειχνε η κυβέρνηση και την δυσκολία στην αλλαγή του που προφασιζόταν, ταυτοχρόνως ο υπουργός Δικαιοσύνης κατάφερε να ψηφιστούν νόμοι που απελευθερώνουν γρηγορότερα εμπόρους ναρκωτικών καταδικασμένους σε άνω των 15 ετών κάθειρξη και δυσχεραίνουν την έρευνα στο πόθεν έσχες των πολιτικών και την τιμωρία όσων δήλωσαν ψευδώς.

Η μείωση του κράτους το μεγαλύτερο πρόβλημα στην ιδεολογία των Ελλήνων φιλελευθέρων

by Δημήτρης Μπούκας

Η εποχή ήρθε ώστε η διαφθορά, την οποία ακούω από την στιγμή που γεννήθηκα, και η διαπλοκή να καταστρέψουν την ζωή των κατοίκων της Ελλάδας. Τα υπεύθυνα γι’ αυτές κόμματα, το ΠΑΣΟΚ και η Νέα Δημοκρατία, λέγοντας συνεχώς ψέματα είναι δυστυχώς στην εξουσία και υποκρίνονται ότι προσπαθούν να σώσουν την Ελλάδα. Ήδη όμως το ΠΑΣΟΚ διαλύεται και η Νέα Δημοκρατία έχει, συν τοις άλλοις, γίνει τόσο ακραία δεξιά που, αν δεν αλλάξει, δεν αργεί η ώρα της. Μετά απ’ αυτά τα δύο κόμματα οι πολιτικές που ο κόσμος αντιλαμβάνεται ως πιθανότερες να βελτιώσουν την ποιότητα ζωής του είναι ο σοσιαλισμός και ο φιλελευθερισμός. Όσοι είναι κατά της κυβέρνησης μάλλον υποστηρίζουν ή τον έναν ή τον άλλον—ή τον κομμουνισμό, με τον οποίο δεν θα ασχοληθώ τώρα διότι το ΚΚΕ που κυρίως τον εκφράζει δεν φαίνεται να συμμετάσχει ποτέ στα πράγματα. Ο σοσιαλισμός λοιπόν τώρα στην Ελλάδα εκφράζεται κυρίως από τον ΣΥΡΙΖΑ και ο φιλελευθερισμός από το Ποτάμι και άλλα κόμματα. Δεχόμενος ότι οι άνθρωποι και των δύο κινημάτων έχουν αγαθές προθέσεις αναγνωρίζω ως μεγαλύτερο πρόβλημα στην ιδεολογία των φιλελευθέρων την ασυζητητί θεώρηση του κράτους ως κακού.

Η αποστροφή του κράτους οφείλεται στην τεράστια διαφθορά με την οποία το ΠΑΣΟΚ και η Νέα Δημοκρατία κυβέρνησαν, την στιγμή μάλιστα που πρώτο το ΠΑΣΟΚ αναβάθμισε τις υπηρεσίες που παρέχει το κράτος όπως η δωρεάν υγεία· ήδη ο δημιουργός εγκατέλειψε ό,τι εποίησε. Ύστερα οι ίδιοι μη παραδεχόμενοι επ’ ουδενί ότι φταίνε, άρχισαν αυξανόμενα να κατηγορούν την ίδια την ιδέα του κοινωνικού κράτους ώστε ο λαός έχει πέσει πλέον θύμα της πλύσης εγκεφάλου ότι το κράτος πρέπει μόνο να μειώνεται.

Έτσι, οι κάτοικοι της Ελλάδας αντιμετωπίζουν σήμερα τον μεγαλύτερο κίνδυνο για την ευημερία τους. Όλες σχεδόν οι πολιτικές κατά την κρίση, που με μεγαλύτερη βούληση όλων εφαρμόζει τώρα η Νέα Δημοκρατία, αποσκοπούν στην αλλαγή του οικονομικού μοντέλου της Ελλάδας από ένα παρόμοιο με αυτά των άλλων χωρών της Δυτικής Ευρώπης (εξαιρουμένου του Ηνωμένου Βασιλείου), σ’ ένα μοντέλο κακού και δυσλειτουργούντος καπιταλισμού όπως των κρατών της Νότιας Αμερικής, σαν της Παραγουάης. Γι’ αυτό μειώνονται οι αρμοδιότητες του κράτους και πωλούνται δεκάδες επιχειρήσεις και κεφάλαιά του, τα οποία, αν διαχειρίζονταν οι πολιτικοί καλά, θα έφερναν κέρδη που θα έμπαιναν στον προϋπολογισμό. Η επιτυχέστερη προπαγάνδα για τις πολιτικές αυτές είναι η ελπίδα ότι η δημιουργία μιας νέας αστικής τάξης αποτελούμενης από νέους, με όραμα και ζήλο, θα καταφέρει να παραγάγει τόσο κέρδος ώστε να αυξήσει το εθνικό ακαθάριστο προϊόν, να σώσει τα ταμεία με τις δουλειές που θα δώσει και να βελτιώσει την ποιότητα ζωής των φτωχών απλά και μόνο μέσω των φόρων, που θα ανταποδίδονται στους πολίτες.

Ταυτόχρονα όμως η κυβέρνηση διαφθείρει το κράτος που θεωρητικά θα μπορούσε να ελέγξει την διαδικασία αυτή, ώστε αυτομάτως η ελπίδα διαψεύδεται. Διότι για την σημερινή έλλειψη παραγωγής στην Ελλάδα δεν φταίνε ούτε η φορολόγηση των επιχειρήσεων, που η κυβέρνηση λέει ότι είναι υψηλή, αν και είναι παρόμοια με των ανεπτυγμένων κρατών του μεγέθους της Ελλάδας, ούτε οι μισθοί ούτε το μέγεθος του κράτους, αλλά κυρίως η διαπλοκή και η φτώχυνση της μεσαίας τάξης. Από την μεν διαπλοκή πλήττονται όσοι θα ήθελαν να στήσουν μεγάλες επιχειρήσεις, από την δε φτώχυνση όλες οι μικρομεσαίες επιχειρήσεις και τα καταστήματα· διότι στην την Ελλάδα οι μόνοι επιτυχημένοι επιχειρηματίες είναι οι κατασκευαστές και δη οι εξ αυτών ιδιοκτήτες μέσων ενημέρωσης.

Τι είδους όμως κράτος υπερασπίζομαι; Ένα κράτος το οποίο θα κατέχει το σύνολο ή την μεγάλη πλειοψηφία των μετοχών των επιχειρήσεων που είναι οι πυλώνες της οικονομίας, όπως η ΔΕΗ, η ΕΥΔΑΠ, τα αεροδρόμια, τα λιμάνια και οι αυτοκινητόδρομοι. Σκοπός αυτών των εταιριών θα είναι το συμφέρον των κατοίκων της Ελλάδας και η κυβέρνηση θα μπορεί να έχει μεγάλη επιρροή στις αποφάσεις της επιχείρησης ακολουθώντας όμως νόμους αφιερωμένους στην λειτουργία κάθε επιχείρησης.

Δευτερευόντως, να κατέχει μέχρι και το 51% των μετοχών οποιασδήποτε και οποιουδήποτε είδους άλλης επιχείρησης ήδη έχει ή θελήσει να αποκτήσει. Μια τέτοια επιχείρηση θα διοικείται με κοινό ιδιωτικό δίκαιο και συμβούλιο το οποίο θα ορίζουν οι μέτοχοι. Σκοπός της θα είναι το κέρδος ώστε το 51% αυτού να μπαίνει στον προϋπολογισμό και η κυβέρνηση δεν θα μπορεί να έχει κανέναν άλλον λόγο πέραν των ψήφων της στο συμβούλιο. Υπό αυτές τις προϋποθέσεις τέτοιες επιχειρήσεις θα μπορούσαν να γίνουν ο ΟΠΑΠ, η Ελληνική Βιομηχανία Οχημάτων και τα Ελληνικά Αμυντικά Συστήματα. Αν τύχει και η απόλυτη πλειοψηφία του Δημοσίου εμποδίζει, για οποιονδήποτε λόγο, την ανάπτυξη της επιχείρησης, τότε ας πέσει το ποσοστό του στο 49% ή και κατώτερα αρκεί να η κερδοφορία να είναι μεγάλη. Για να αποδώσει όμως αυτή η πολιτική πρέπει το κράτος να μη διστάζει να κατέχει πολλές επιχειρήσεις, ακόμη και να ιδρύσει νέες αφού μελετήσει τις διεθνείς ανάγκες της αγοράς· και φυσικά να συμμετέχει στην διοίκηση χωρίς διαφθορά.

Αντί λοιπόν αυτών τι γίνεται τώρα στην Ελλάδα; Πρώτον επικρατεί, όπως έγραψα ανωτέρω, η αντίληψη ότι το κράτος πρέπει μόνο να μειώνεται χωρίς κανέναν να αποσαφηνίζει πόσο πρέπει. Δεδομένης αυτής της αντίληψης, η κυβέρνηση προσπαθεί να πουλήσει όλες τις μετοχές επιχειρήσεων που έχει το κράτος. Αυτό θα φέρει ελάχιστο όφελος στο χρέος, θα έχει όμως μεγάλη επίπτωση στην ποιότητα ζωής των κατοίκων της Ελλάδας. Αυτό διότι, πρώτον, ξεπουλιούνται οι πυλώνες της οικονομίας σε ιδιώτες οι οποίοι, τέτοιες επιχειρήσεις, σκοπός των οποίων είναι το συμφέρον των πολιτών, θα τις διαχειρίζονται με μόνο σκοπό το κέρδος. Δεύτερον, η κυβέρνηση πουλάει επιχειρήσεις για τις οποίες δεν υπάρχει ανταγωνισμός. Ξεκινάει την δημιουργία μιας νέας «αστικής τάξης» κατά παράδειγμα αυτής που έχουμε δει πόσο έχει ωφελήσει την Ελλάδα. Προφανώς ο Μπόμπολας και ο Ψυχάρης δεν είναι ήδη αρκετοί. Τρίτον και χειρότερο, οι διαδικασίες που ακολουθούνται είναι αδιαφανείς και νομικά προβληματικές.

Όσο ουτοπικός είναι ο κομμουνισμός άλλο τόσο κι ο καπιταλισμός (ιδανικά) που προωθείται τώρα στην Ελλάδα. Για τους φτωχούς και τους μεσαίους δεν υπάρχει κανείς προστάτης πέραν του ισχυρού κράτους και των αγαθών πολιτικών. Δεν θα υπάρξει στιγμή που όλοι οι πλούσιοι Έλληνες αυτοβούλως θα βοηθήσουν τον πλουτισμό των φτωχότερων είτε για την ευημερία της Ελλάδας, είτε για το δικό τους καλό μέσω, για παράδειγμα, της αύξησης της κατανάλωσης. Τούτο διότι στην Ελλάδα αυτό εξυπηρετείτο από το κράτος και είναι απίθανο στην αιφνίδια διάλυσή του να αναλάβουν την ευθύνη αυτήν οι πλούσιοι. Όσο για τους αγαθούς πολιτικούς πιστεύω ότι γεννιούνται, αλλά η Ελλάδα έχει απλώς και πλήρως μέχρι τώρα ατυχήσει.

Γυμνό τσιμέντο: και ιδεαλισμός και απαξίωση

by Δημήτρης Μπούκας

Οι φοιτητικές εστίες του ΕΜΠ στου Ζωγράφου, του Κώστα Φινέ.

Οι φοιτητικές εστίες του ΕΜΠ στου Ζωγράφου (1968–1975), του Κώστα Φινέ και Ντίνου Παπαϊωάννου.

Στην ελληνική μοντέρνα αρχιτεκτονική, ιδιαίτερα την δεκαετία του 1970, υπάρχει μία αντίθεση μεταξύ αφενός των θεωριών των αρχιτεκτόνων περί Αρχιτεκτονικής, αφετέρου της αντίληψης των κτηρίων τους από τους άλλους.

Ξεκινάω από το δεύτερο σκεπτόμενος διάφορα κτήρια όπως αυτά των πανεπιστημίων της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης και δη αυτό της Θεολογικής Σχολής Αθηνών στην πανεπιστημιούπολη, των εστιών του Εθνικού Μετσοβίου Πολυτεχνείου στου Ζωγράφου και πολλά κτήρια της πανεπιστημιούπολης του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Ας ρωτήσει κανείς απόψεις ανθρώπων γι’ αυτά τα κτήρια κι ας ακούσει: «Γκαράζ είναι η Θεολογική στην Αθήνα» μού είπε κάποτε ένας φίλος μου. «Είναι αυτά κτήρια;» άλλοι. Και γενικά, αν ποτέ έρθει συζήτηση για τα κτήρια, οι απόψεις συνοψίζονται στην αποστροφή του γυμνού τσιμέντου που πάρα πολλά έχουν, ότι αποπνέουν μία βιομηχανική ή απάνθρωπη αύρα και στην απορία τι είδους αρχιτεκτονική άποψη εκφράζουν, αφού τονιστεί ότι σχεδιάστηκαν από αρχιτέκτονες το οποίο συχνά αγνοείται.

Από την άλλη είναι αξιοσημείωτες οι θεωρίες και οι αναλύσεις περί Αρχιτεκτονικής που διατύπωναν οι αρχιτέκτονες οι οποίοι επικρατούσαν εκείνη την εποχή και συνεπώς σχεδίασαν πολλά τέτοια κτήρια. Η Ν.Κ.-Ρ. στην νεκρολογία της στην Ελευθεροτυπία για τον Κώστα Φινέ, αρχιτέκτονα των εστιών του ΕΜΠ και πολλών κτηρίων του ΑΠΘ, αναφέρει γι’ αυτόν: «Πρωταρχικός στόχος του, να υπηρετεί η αρχιτεκτονική τον άνθρωπο». Λίγο πιο πάνω μεταφέρει λόγια του Φινέ για το ποιοι είναι «υπεύθυνοι» για την όψη των κτηρίων του: «[Ο Μιχελής, ο Πικιώνης και ο Γκίκας, δάσκαλοι στο πολυτεχνείο] μάς γνώρισαν και μας μύησαν στη σύγχρονη τέχνη του μπετόν αρμέ, του σίδερου και του γυαλιού, στις δυνατότητες και τις αντινομίες τους, πάντα όμως με γνώμονα την αρμονία, τις σωστές αναλογίες και με μέτρο τον άνθρωπο». Για τον Πάτροκλο Καραντινό, ο οποίος σχεδίασε και την φυσικομαθηματική σχολή του ΑΠΘ, γράφουν: «Ο Πικιώνης τού αποκαλύπτει τη γοητεία της ελληνικής παραδοσιακής αρχιτεκτονικής».¹ Ο Ανδρέας Γιακουμακάτος σ’ άρθρο του στο Βήμα έγραφε ότι «[οι αρχιτέκτονες] συμμετείχαν ισότιμα στις πνευματικές διεργασίες και ονειρεύτηκαν έναν τόπο άλλο, στον οποίο η περιβαλλοντική βαρβαρότητα και η αισθητική αταξία θα βρίσκονταν ηττημένες από την επίτευξη συλλογικά ωφέλιμων στόχων και τη χρηστή διαχείριση του χώρου». Τεκμηρίωναν λοιπόν οι αρχιτέκτονες τα έργα τους ως φιλικά προς τον άνθρωπο, το τοπίο και την ελληνική παράδοση. Πολλοί απ’ αυτούς ήταν μάλιστα αριστεροί όπως ο Φινές και ο Ηλίας Σκρουμπέλος (αρχιτέκτονας της φυσικομαθηματικής σχολής της Αθήνας). Άλλοι, όπως ο Καραντινός, έχασαν την έδρα τους με την χούντα.

Το κτήριο διοίκησης του ΑΠΘ, του Κώστα Φινέ.

Το κτήριο διοίκησης του ΑΠΘ (1966–1976), του Κώστα Φινέ.

Πώς εξηγείται λοιπόν αυτή η αντίθεση; Νομίζω ότι οι λόγοι είναι τρεις. Πρώτον, είναι η πλήρης έλλειψη εξοικείωσης των πολιτών με την μοντέρνα αρχιτεκτονική. Γι’ αυτό φταίει η διδασκαλία στο σχολείο απ’ την οποία απαλείφεται κάθε ενότητα που αφορά την τέχνη. Παρ’ ότι καμία θεωρία ούτε ιστορία της Αρχιτεκτονικής μελετάται στο σχολείο, ούτε φυσικά της κλασικής ούτε της νεοκλασικής, επειδή στο σχολείο το μόνο που αποθεώνεται είναι το παρελθόν της Ελλάδας, ως παρεπόμενο αποθεώνεται κι η αρχιτεκτονική του. Μόνο γι’ αυτό υπάρχει εξοικείωση των ανθρώπων μ’ αυτήν. Επιπλέον η φαιά ουσία που κατανάλωνε ο αρχιτέκτονας για να φτιάξει ένα νεοκλασικό κτήριο γινόταν κυρίως στολίδι, ενώ, για να φτιάξει ένα μοντέρνο, περισσότερο φόρμα και διαρρύθμιση. Το στολίδι όμως είναι ολοφάνερο—ή έστω η εξοικείωση μ’ αυτό έχει γίνει—ενώ το μοντέρνο θέλει εξοικείωση για ν’ αρέσει.

Δεύτερον, για ν’ αναδειχθεί ένα μοντέρνο κτήριο πρέπει να είναι καθαρό. Η μοντέρνα αρχιτεκτονική αυτό «πουλάει», δηλαδή λιτότητα, κομψότητα και χρηστικότητα. Όταν το κράτος και οι πανεπιστημιακές αρχές αδιαφορούν για την συντήρηση και την καθαριότητα και συνεχώς αλλοιώνουν τα κτήρια εξαιτίας επισκευών, προσθηκών και «νεωτερισμών», τότε δεν φταίει μάλλον η ιδέα του αρχιτέκτονα για το πώς τα αντιλαμβανόμαστε.

Τρίτον, μπορεί οι αρχιτέκτονες, παρ’ ότι οι προθέσεις τους ήταν αγαθές, να παγιδεύτηκαν σ’ έναν ακαδημαϊσμό ή μια ουτοπία. Ίσως οι θεωρίες τους περί μίξης των διεθνών κινημάτων με την ελληνικότητα μπορούσαν να εφαρμοστούν πολύ δύσκολα ή αντιλαμβάνονταν την ελληνικότητα μόνο ως προς την σύνδεση του τοπίου με το κτίσμα, εξού το τσιμέντο. Ίσως η αγάπη των Ελλήνων αρχιτεκτόνων για το γυμνό τσιμέντο προέρχεται απ’ τον θαυμασμό προς τον Δημήτρη Πικιώνη κι ύστερα τον Άρη Κωνσταντινίδη που το χρησιμοποιούσαν πολύ, καθώς το θεωρούσαν γήϊνο υλικό. Δεν ξέρω λοιπόν αν τα έργα τους αγκαλιάστηκαν όσο ακόμα ήταν καινούργια. Μάλλον όχι· αλλά δεν πρέπει να ένοιαζε και πολύ τότε τον κόσμο μιας και εξυπηρετούσαν τον σκοπό τους, ήταν δηλαδή χρηστικά και καθαρά. Ο μπρουταλισμός, ρεύμα της μοντέρνας αρχιτεκτονικής την δεκαετία του 1970, χαρακτηριστικό του οποίου είναι το γυμνό τσιμέντο, χρησιμοποιήθηκε όσο κανένα άλλο στην ανέγερση των πανεπιστημιουπόλεων. Έπρεπε οι αρχιτέκτονες να φανταστούν ότι το κράτος και οι πρυτάνεις δεν θα συντηρήσουν ποτέ τα κτήρια που παρήγγειλαν ώστε να κάνουν άλλα σχέδια; Πάντως συχνά τα σχέδιά τους, τα οποία ύστερα κατασκευάζονταν, έβγαιναν πρώτα στους πανελλήνιους διαγωνισμούς των πελατών τους, των πανεπιστημίων και του κράτους.

37c

Η Θεολογική Σχολή στην Αθήνα, του Λάζαρου Καλυβίτη και Γιώργου Λεονάρδου.

Η Θεολογική Σχολή στην Αθήνα (1970–1976), του Λάζαρου Καλυβίτη και Γιώργου Λεονάρδου.

Κλείνοντας, αναρωτιέμαι πότε το σχολείο θα ασχοληθεί με την τέχνη, πότε θα δώσει εναύσματα για την μοντέρνα τέχνη κι αρχιτεκτονική. Θα μπορέσουμε τότε να σκεφτούμε κάτι γι’ αυτά τα κτήρια. Αν σκεφτούμε θετικά θ’ απαλλαγούμε απ’ τα κόμπλεξ που έχουμε εναντίον τους και θα μας αρέσουν και θα τα αναδείξουμε. Αν πάλι σκεφτούμε ότι όντως φταίνε οι αρχιτέκτονες και τα ίδια τα κτήρια απ’ την σύλληψή τους τότε θα δούμε τι θα κάνουμε. Δύο πράγματα είναι σίγουρα γι’ αυτά τα κτήρια. Πρώτον, ανήκουν στο δεύτερο ρεύμα του μοντερνισμού που αναπτύχθηκε στην Ελλάδα μετά τον πόλεμο και μέχρι την χούντα (το πρώτο ήταν στον μεσοπόλεμο μέχρι τον Μεταξά). Τα δύο αυτά ρεύματα που διαμόρφωσαν κυρίως την Αθήνα, την Θεσσαλονίκη και τον Πειραιά έχουν μοναδική αξία. Δεύτερον, η τωρινή αντίληψη αυτών των κτηρίων απ’ τους πολίτες δείχνει ότι, όσο ιδανικά κι αν γράφουν και μιλάνε οι αρχιτέκτονες που τελικά χτίζουν το δημόσιο τοπίο, τα κτήριά τους ίσως τελικά δεν πετύχουν τίποτα αν ο πελάτης, το κράτος, δεν προστατεύσει την ιδιοκτησία του. Στο κάτω κάτω τι γίνεται; Ζούμε όλη μας την ζωή μέσα στα δημιουργήματα μιας ολόκληρης γενιάς σκέψης αλλά δεν μπορούμε να τα κρίνουμε παρά μόνο αφηνόμαστε σε ελίτ όπως οι αρχιτεκτονικές σχολές και το Συμβούλιο Νεωτέρων Μνημείων να μας πούνε αν μας αρέσουν και τι θα τα κάνουμε;


1. Ελληνική Αρχιτεκτονική Εταιρεία, Αρχιτέκτονες του 20ού αιώνα: μέλη της εταιρείας, επιμέλεια Ελένης Φεσσά-Εμμανουήλ, εκδόσεις Ποταμός, 2009.