Κάθε πρωί καταργούμε τα όνειρα

by Δημήτρης Παυλόπουλος

Μετά και τις τελευταίες εξελίξεις, με την άρνηση των “εταίρων” μας να αποδεχτούν το πρόγραμμα που τους παρέθεσε η ελληνική κυβέρνηση καθώς και την ειρωνική στάση του Σόιμπλε απέναντι στον Έλληνα ομόλογό του, επαναλαμβάνοντας συνεχώς το προφανές, ότι οι θεσμοί δεν είναι παρά η τρόικα και η νέα συμφωνία, δεν είναι παρά ένα νέο μνημόνιο, είναι εμφανές ότι σύσσωμη η ελληνική κοινωνία και οικονομία βρίσκεται μπροστά από ένα οξύτατο δίλημμα. Από τη μία υπάρχει η βάρβαρη και σκληρή λύση των μνημονίων, της λιτότητας, της φτώχειας, της ανεργίας. Είναι η λύση που επιθυμεί το ξένο και ντόπιο κεφάλαιο και οι εθελόδουλοι υποστηρικτές αυτού, πολλοί εκ των οποίων διατυμπανίζουν ακόμη και σήμερα, την επιτυχή μεταρρυθμιστική πορεία της χώρας εξαιτίας του μνημονίου.

Αυτή η λύση είναι εκείνη που εξυπηρετεί τα συμφέροντα των τραπεζιτών, των μεγαλοκαταθετών και των διεθνών κορακιών, των επενδυτών όπως ονομάζονται στην οικονομία της αγοράς. Σε αυτήν την οικονομία και σε αυτήν την κοινωνία δεν υπολογίζεται ο άνθρωπος και οι ανάγκες του, αλλά ο τρόπος με τον οποίο αυτός μπορεί να μας παράξει περισσότερα κέρδη με όσο το δυνατόν λιγότερα κόστη. Γι΄αυτό το σύστημα ενδιαφέρον έχει μόνο ότι μπορεί να μετρηθεί σε αριθμούς και να συσχετιστεί με το κέρδος. Αυτό εξηγεί και το γεγονός ότι «οι εταίροι» δεν μπορούν να κατανοήσουν την έννοια της ανθρωπιστικής κρίσης, της λιτότητας και της ανέχειας, παρά μόνο αν αυτή παρουσιαστεί με αριθμούς και συσχετιστεί με την παραγωγή.

Από την άλλη, υπάρχει η λύση της αντικαπιταλιστικής και κομμουνιστικής αριστεράς που προτάσσει την σύγκρουση και την ρήξη με τους δυνάστες μας. Με όλους αυτούς που τώρα τους παρακαλάμε, με λίστες και παρατάσεις, να μας χαλαρώσουν τις αλυσίδες μας και να μας δώσουν κανένα μέτρο παραπάνω να βαδίσουμε. Είναι η λύση που προτείνει μια άλλη κοινωνία και μια άλλη οικονομία, με επίκεντρο τον άνθρωπο και τις ανάγκες του. Μια κοινωνία που το δικαίωμα στην υγεία, στην παιδεία, στην ασφάλιση, στην εργασία, δε θα είναι απόρροια της τύχης ή της “καλοσύνης” ενός επιχειρηματία, για τον οποίον θα εργάζεσαι σχεδόν εθελοντικά, με μισθούς της πείνας. Εκεί όπου το δημόσιο κοινωνικό κράτος θα μπορεί να παράγει όφελος για τον λαό, για τα χαμηλά και μεσαία στρώματα. Εκεί όπου τα παιδιά δε θα λιποθυμούν από την πείνα στα σχολεία τους. Εκεί, όπου τα πανεπιστήμια δε θα ασφυκτιούν από την βρώμα. Εκεί οπού τα νοσοκομεία δε θα στοιβάζουν τους ανθρώπους ανά δέκα, σε στενά και ακατάλληλα δωμάτια.

Μεταξύ της πρώτης και της δεύτερης λύσης προσπαθεί σήμερα να ισορροπήσει η κυβέρνηση. Από τη μία συμπληρώνει λίστες με μέτρα (περικοπές συντάξεων, επίσπευση των ιδιωτικοποιήσεων) και από την άλλη υπόσχεται φιλολαϊκή πολιτική, με την πάταξη της φοροδιαφυγής, με την θέσπιση αξιοκρατικών κριτηρίων κατανομής των συχνοτήτων των καναλιών.

Όμως η κυβερνητική αυτή τακτική το πιθανότερο είναι να αποβεί μάταιη, διότι σε οξυμένες (τεχνητές) κρίσεις του καπιταλισμού, σε ένα διεθνές προσκήνιο από το οποίο απουσιάζει οποιαδήποτε δύναμη που να τον αναχαιτίζει, είναι δεδομένο ότι θα αρθούν όλες εκείνες οι υποτιθέμενα κοινωνικές εγγυήσεις για την αγαστή συνύπαρξη κοινωνίας και κεφαλαίου (αίσθηση που υπήρχε παλαιότερα, βλ. Χρηματιστήριο) και το σύστημα θα στρέφεται όλο και εντονότερα, έναντι αυτών που πραγματικά και ιστορικά είναι οι μόνοι που έχουν τη δύναμη να το ανατρέψουν, να το συνθλίψουν και να χτίσουν ένα πιο υγιές, πιο ανθρώπινο, πιο αξιοπρεπές, πιο δίκαιο και πιο ελεύθερο σύστημα.

Προς τους μπερδεμένους συντρόφους του ΣΥΡΙΖΑ αφιερώνεται το παρακάτω απόσπασμα από την απολογία του ανθρώπου με το γαρύφαλλο, του Νίκου Μπελογιάννη, το 1953, σε έκτακτο στρατοδικείο, όταν δίκαζαν τους ανθρώπους, όχι για τις πράξεις τους αλλά για τις ιδέες τους: «Δεκάδες φορές μπήκε μπροστά μου το δίλημμα: να ζω προδίδοντας τις πεποιθήσεις μου, την ιδεολογία μου, είτε να πεθάνω, παραμένοντας πιστός σ’ αυτές. Πάντοτε προτίμησα το δεύτερο δρόμο και σήμερα τον ξαναδιαλέγω».

Υγ. Στις 10 Μαρτίου του 1925 γεννήθηκε ο μεγάλος Έλληνας και κομμουνιστής ποιητής Μανόλης Αναγνωστάκης, από τον οποίον δανείστηκα έναν εμβληματικό στίχο για τίτλο (ποίημα που έχει μελοποιηθεί από τον Μίκη Θεοδωράκη).

Advertisements