Μετά τις εκλογές, έρχονται οι επιλογές

by Δημήτρης Παυλόπουλος

Featured image

Οι πρώτες μέρες πέρασαν μετά την θριαμβευτική (για τα σημερινά δεδομένα) εκλογή του ΣΥΡΙΖΑ και όλα κύλησαν ομαλώς. Οι συντάξεις καταβλήθηκαν στην ώρα τους, τα σούπερ-μάρκετ είχαν χαρτιά υγείας, τα ΑΤΜ έδιναν χρήματα και ο ήλιος συνέχισε να κινείται από την ανατολή στη δύση. Η νέα κυβερνητική σύνθεση, ασχέτως αν αποτελεί μια οριακή συνεργασία μεταξύ δεξιάς και αριστεράς που βρίσκει το σημείο επαφής στον όρο αντιμνημόνιο, φαίνεται να μιλά συγκροτημένα και συγκεκριμένα επί σημαντικών προβλημάτων της κοινωνίας και του λαού.

Πρώτα θετικά δείγματα γραφής, αποτελούν οι εξαγγελίες του αρμόδιου υπουργού για την επιστροφή 3500 υπαλλήλων του δημοσίου, μεταξύ των οποίων οι καθαρίστριες του υπουργείου οικονομικών και οι σχολικοί φύλακες. Άλλα τέτοια δείγματα αποτελούν οι αναφορές για πάγωμα των συντάξεων και των μισθών, για επιστροφή της 13ης σύνταξης και των επικουρικών στους χαμηλοσυνταξιούχους. Επιπλέον, η κατάργηση της τράπεζας θεμάτων, οι επιστροφή των διοικητικών υπαλλήλων στα ΑΕΙ, που εδώ και ενάμισι χρόνο υπολειτουργούν ως προς τα διοικητικά τους καθήκοντα, αλλά και η ανάκληση όλων των ιδιωτικοποιήσεων, μαζί και της μικρής ΔΕΗ, των αεροδρομίων και των λιμανιών, όλα δείχνουν ότι κάτι επιχειρείται να αλλάξει σε αυτή τη χώρα.

Κάτι, έστω και ελάχιστο, μπροστά στο πάνοπλο οικονομικό σύστημα που γεννά τη φτώχεια, την ανεργία, την εκμετάλλευση και είτε συνεπάγεται μνημόνια είτε όχι. Φυσικά, ακόμη και αυτά τα ελάχιστα δεν είχε επιχειρήσει να υλοποιήσει η προηγούμενη κυβέρνηση, μια κυβέρνηση που ακροβατούσε στα όρια του νεοφιλελευθερισμού, της βαρβαρότητας και ενίοτε του φασισμού. Μια κυβέρνηση που όταν δεν νομοθετούσε αντιλαϊκά μέτρα, κινδυνολογούσε σε έσχατο σημείο, δια στόματος μάλιστα πρώην αδέσμευτων δημοσιογράφων. Μια κυβέρνηση, της οποίας ο πρωθυπουργός δεν είχε το σθένος να παραδώσει, ως είθισται, τη θέση του στον επόμενο.

Και ο λόγος που η προηγούμενη κυβέρνηση, όχι μόνο προσπάθησε και κατά ένα μέρος το πέτυχε να ξεπουλήσει τα πάντα και να συρρικνώσει στο μέγιστο δυνατό βαθμό το δημόσιο, ήταν γιατί αυτό επιτασσόταν από τους ξένους εταίρους και από το ληστρικό κεφάλαιο. Με άλλα λόγια, οι Έλληνες τραπεζίτες δε θα μπορούσαν να λάβουν ως ανακεφαλαιοποίηση 250 δις ευρώ (την τελευταία τριετία), ποσό που γράφτηκε λογιστικά στον προϋπολογισμό και πληρώθηκε ως προς τα χρεολύσια και τους τόκους του από τον ελληνικό λαό, αν δεν είχαμε μνημόνια, δηλαδή φόρους, λιτότητα, φτώχεια, ανεργία. Ακόμη, ακόμη, η γερμανική ελίτ των τραπεζιτών δε θα μπορούσε να είχε κερδίσει 70 δις ευρώ από τα «δανεικά» που λαμβάνουμε τα τελευταία τρία χρόνια, αν οι κυβερνήτες μας δεν υπέγραφαν δανειακές συμβάσεις και μεσοπρόθεσμα προγράμματα προσαρμογής.

Άρα, για να τα συνοψίσουμε, κάθε άνεργος κάθε άστεγος κάθε φτωχός και ανασφάλιστος είτε στο σήμερα, είτε στο μέλλον, να ξέρει ότι αντιστοιχεί σε μερικά εκατομμύρια ευρώ στην τσέπη μιας χούφτας τραπεζιτών. Αν αυτό λέγεται δικαιοσύνη, προτιμώ να είμαι άδικος και ενάντιος σε αυτή την πολιτική. Είναι πολυτέλεια για τον καπιταλισμό του 21ου αιώνα, που άλλοτε ήταν ή παρουσιαζόταν από τους θιασώτες του, ως η γη και το σύστημα της επαγγελίας (τα χρυσά κουτάλια) να ζητάς ένα πιάτο φαΐ για τα 700.000 παιδιά που υποσιτίζονται, να ζητάς δουλεία για τους 1.300.000 ανέργους, να ζητάς ρεύμα για τα 300.000 σπίτια που δεν έχουν, να ζητάς ιατροφαρμακευτική περίθαλψη και νοσοκομεία, να ζητάς σχολεία και πανεπιστήμια δημόσια και δωρεάν, να ζητάς να ζήσεις χωρίς να το χρωστάς στην ευγενή καλοσύνη κάποιου τραπεζίτη ή αρπακτικού που από τη μία θλίβεται με την εικόνα των ανθρώπων που τρώνε από τα σκουπίδια και από την άλλη ζητάει και άλλα μέτρα.

Όλα αυτά καλείται να αντιμετωπίσει η κυβέρνηση της κοινωνικής σωτηρίας, όπως αποκαλείται από τα μέλη της. Όλα αυτά οφείλει να λύσει μια κυβέρνηση που σέβεται αυτόν που την εξέλεξε, τον ελληνικό λαό. Όμως εδώ γεννάται το ερώτημα, αν μπορεί μια κυβέρνηση να περάσει από το στρατόπεδο της διαφθοράς, της διαπλοκής, των μέτρων λιτότητας και των συνεπειών όχι της ανθρωπιστικής (όπως επιμένει ο ΣΥΡΙΖΑ) αλλά της καπιταλιστικής κρίσης, στο αντίπερα στρατόπεδο της αξιοπρέπειας, της δικαιοσύνης, της ελευθερίας, χωρίς να βρέξει τα πόδια της. Αν, δηλαδή, μπορούμε να σωθούμε από αυτόν τον τυφώνα της λαϊκής και κοινωνικής καταστροφής χωρίς να χτυπήσουμε τη ρίζα του προβλήματος που δεν είναι άλλη από το σύστημα του καπιταλισμού σε οποιαδήποτε εκδοχή και αν εμφανίζεται, είτε ως σοσιαλδημοκρατία, είτε ως νεοφιλελευθερισμός. Την απάντηση την έχει δώσει εδώ και αιώνες, η ελληνική μυθολογία με τους άθλους του Ηρακλή και συγκεκριμένα με αυτόν της Λερναίας Ύδρας.

Advertisements